Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Επετειακή Ομιλία Γέροντος Αθανασίου Μετεωρίτου


Ὁμιλία τοῦ
Προη­γου­μέ­νου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου
Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Ἱερός Ναός Ζωοδόχου Πηγῆς Τρικάλων, Ἑσπερινός Εὐαγγελισμοῦ

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019


Σεβασμιώτατε Ἅγιε Τρίκκης καί Σταγῶν κ. Χρυσόστομε,
Μέ τήν ἁγία εὐχή Σας καί τήν προτροπή Σας προσπαθήσαμε, στόν ἑόρτιο ἀποψινό ἑσπερινό, νά ἀναφερθοῦμε ἐν πρώτοις στήν μεγίστη θεομητορική ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγιας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, διαβάζοντας ἕνα ἐξαίρετο κείμενο μέ ἐμπνευσμένους χαιρετιστηρίους στίχους πρός τήν Ἀειπάρθενο Δέσποινα, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἐν συνεχεία στήν μεγάλη καί ἡρωική ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί τήν παλιγγενεσία τοῦ μαρτυρικοῦ ἔθνους μας καί τέλος θά ἀναφερθοῦμε στό ἐπίκαιρο καί ψυχικῶς ἔμπονο θέμα τῆς μακεδονικῆς μας γῆς γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς ὁποίας χρειάστηκαν πολυετείς καί αἱμοσταγέστατοι ἀγῶνες.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ


ΚΗ­ΡΥΓ­ΜΑ ΤΗΝ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ
17/3/2019
κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη
καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας
τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων της (843). Στήν Ἀ­να­στή­λω­ση αὐ­τή, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας βλέ­πει τήν συμ­πυ­κνω­μέ­νη καί ἀ­λά­θη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Βλέ­πει δη­λα­δή τήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς βι­ω­μέ­νη ἀ­λή­θεια καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα τό­σο τῆς Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λῆς της, ὅ­σο καί στά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν της, τῶν ἁ­γί­ων της.
Στήν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­χου­με τήν εἰ­κα­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ δο­ξα­σμέ­νου θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α ἡ ση­με­ρι­νή Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή. Στήν πε­ρι­κο­πή αὐ­τή ἀ­κού­σα­με τήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Να­θα­να­ήλ πρός τόν Χρι­στό: «Σύ εἶ ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1,50). Ἐκ­πλησ­σό­μα­στε καί κα­τα­νυσ­σό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ἀ­πό τήν με­γα­λει­ώ­δη τα­πεί­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ ὄν­τως Ἀ­πο­στό­λου, ὀ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό Του «Υἱ­ό τοῦ ἀν­θρώ­που» (Ἰ­ω. 1,52). Ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού καί ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με μέ τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­σή Του, δη­λα­δή τήν τα­πει­νή κά­θο­δό Του ὡς ἀν­θρώ­που γιά τήν σω­τη­ρί­α καί τόν δο­ξα­σμό ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού θά ἐν­τά­σσον­ται καί θά πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοί στό μυ­στη­ρια­κό σῶ­μα Του, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τη­ρών­τας τίς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές Του καί με­τέ­χον­τας στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ριά της.
Σή­με­ρα, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζει πα­νη­γυ­ρι­κά ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν μέ εὐ­σέ­βεια καί ἐ­κεί­νους πού δι­α­τύ­πω­σαν συ­νο­δι­κά τά ἅ­για δόγ­μα­τά της, ὅ­σους δη­λα­δή ὀρ­θο­τό­μη­σαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­κη­ρύσ­σει μέ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τούς ἐκ­φρα­στές τῆς δυσ­σε­βεί­ας, ὀνομαστικά, ἀλ­λά καί τά ἐ­σφαλ­μέ­να φρο­νή­μα­τά τους, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
Σήμερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς πίστεώς της ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων.
Οἱ πι­στοί εὐ­φραί­νον­ται ψυ­χι­κῶς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦν μέ τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ους Του, μέ­σω τῶν εἰ­κό­νων τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν εἰ­κα­στι­κῶς –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καί τόν κύ­ριο σκο­πό τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.
Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, «ἐν ἀ­ή­χῳ φω­νῇ», ἐκ­φρά­ζουν ἀ­λα­θή­τως τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πί­στε­ως καί τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπως τό καθόρισε μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μέ­σω αὐ­τῶν, τό ἀ­ό­ρα­το πρω­τό­τυ­πο γί­νε­ται αἰ­σθη­τά πα­ρόν σ’­αὐ­τές καί οἱ πι­στοί τό βλέ­πουν χα­ρι­σμα­τι­κῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά τους, «ἐν ἀ­ΰ­λῳ ὁ­ρά­σει».
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πρω­τό­τυ­πα τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων -ὁ Χρι­στός καί οἱ Ἅ­γιοί της- δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἰ­δε­α­τούς τύ­πους, οὔ­τε προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα μέ τά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Εἶ­ναι τά πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξό­χως προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας γιά τι­μή, ἀλλά καί γιά μί­μη­ση τῆς ἁ­γί­ας ζω­ῆς τους.
Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α πολ­λῶν πι­στῶν, δι­α­χρο­νι­κά, ἐ­νό­σω ἡ εὐ­λα­βής θέ­α τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­δη­γεῖ σέ ζων­τα­νή σχέ­ση μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρόν­τα στίς εἰ­κό­νες τους. Ἡ σχέ­ση δη­λα­δή κοι­νω­νί­ας τῶν ἑ­κά­στο­τε πι­στῶν μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα γί­νε­ται γι’ αὐ­τούς με­το­χή ὄ­χι μό­νον ἁ­για­σμοῦ, ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως τῶν πρω­το­τύ­πων τους. Βέ­βαι­α, ἡ βι­ω­μα­τι­κή καί ἐμ­πει­ρι­κή αὐ­τή με­το­χή δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μιά μη­χα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ρια καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.
Ἡ ἰ­δι­ά­ζου­σα σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς καί τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, ἐκ­φρά­ζε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων τους. Προ­σκυ­νοῦ­με, δη­λα­δή, τόν Χρι­στό ὡς Θε­άν­θρω­πο καί Σω­τῆ­ρα μας, τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του, πού Τόν γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κῶς, ὡς Θε­ο­τό­κο, καί ἐ­κεί­νους πού Τόν εὐ­α­ρέ­στη­σαν πλή­ρως μέ τήν ζω­ή τους, ὡς δο­ξα­σμέ­να μέ­λη Του.
Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἐκ­φρά­ζει ὄ­χι ἁ­πλῶς τι­μή, ἀλ­λά καί φι­λί­α, φορ­τι­σμέ­νη μέ ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­γα­πη­τι­κοῦ πό­θου πρός τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα. Γι­’­ αὐ­τό καί ἡ ἄρ­νη­ση προ­σκυ­νή­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δι­ά­σπα­ση τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης αὐ­τῆς κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ κύ­ριος λό­γος πού κα­τα­δι­κά­στη­καν οἱ Εἰ­κο­νο­μά­χοι μέ ἔκ­πτω­ση καί ἀ­πο­κο­πή τους ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
Ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­σή της, μέ τόν «ὑ­ψη­λό» χα­ρα­κτῆ­ρα καί τήν ὅ­λη τε­χνι­κή της, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἐκ­φρά­σει –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν εἰ­σα­χθεῖ­σα μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου «και­νή κτί­ση», τήν «ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα» τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α κεν­τρι­κή θέ­ση ἔ­χουν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ καί τά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Ἔ­τσι, στίς εἰ­κό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ πι­στοί συ­ναν­τοῦν τήν ἔκ­φρα­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὁ­λο­κλη­ρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού τήν συν­θέ­τουν ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρᾶγ­μα πού ἐκ­φρά­ζει στήν πρά­ξη τήν κο­ρυ­φαί­α φα­νέ­ρω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Αὐ­τός ὁ πο­λι­τι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι πο­λι­τι­σμός τῆς ψυ­χῆς τοῦ πι­στοῦ, ἀ­πο­τε­λεῖ στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή τόν ἀρ­ρα­βῶ­να καί τήν «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» πρό­γευ­ση τῆς μέλ­λου­σας ἄ­κτι­στης ζω­ῆς τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τόν ἀρ­ρα­βῶ­να αὐ­τόν, ὁ Χρι­στός, «ὁ κάλ­λει ὡ­ραῖ­ος πα­ρά πάν­τας ἀν­θρώ­πους», κο­σμεῖ τόν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πι­στό μέ τήν στο­λή τῆς ἄρ­ρη­της, ἄ­κτι­στης δό­ξας τῆς ὡ­ραι­ό­τη­τάς Του καί τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει συν­δαι­τη­μό­να στή μέλ­λου­σα Βα­σι­λεί­α Του.
Σ’ αὐ­τήν τήν με­το­χή τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας, μᾶς κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­τσι νο­η­μα­το­δο­τεῖ τήν ση­με­ρι­νή πα­ρου­σί­α μας στήν ὀ­νο­μα­στι­κή ἑ­ορ­τή της, στήν ἑ­ορ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
Ἡ παρουσία μας ὅμως αὐτή εἶναι πνευματικά ἀποτελεσματική, μόνον ὅταν ἰσοβίως μετανοοῦμε καί ἐκ καρδίας συγχωροῦμε, ἐπειδή τότε μόνον ἔχουμε πρακτικῶς τήν προϋπόθεση τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, ἡ ὁποία συνέχει καί συγκροτεῖ τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο εἴμαστε ὀργανικά ἐνταγμένοι.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Συμβολή στό Οὐκρανικό

                           

                       

           Μιά ἐμπεριστατωμένη μελέτη
μέ ἄρτια θεολογικά καί ἱστορικά ἐπιχειρήματα
γιά τό οὐκρανικό ζήτημα.


           Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου
                  ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν



         Πάτρα  4.2.2019

ΜΕΡΟΣ   Α΄
Ὑπάγεται ἡ Οὐκρανία στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου;
Ἀδιαμφισβήτητα ἡ μονομερὴς ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νὰ χορηγήσει καθεστὼς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας στὴν Οὐκρανία δημιουργεῖ σοβαρότατο ἐκκλησιαστικὸ πρόβλημα, τινάζει στὸν ἀέρα τὴν πανορθόδοξη ἑνότητα καὶ συνεργασία καὶ κλονίζει τὸ πανορθόδοξο κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς συντονιστοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐκφραστοῦ τῆς πανορθο-δόξου ἑνότητος.
Ἀπὸ τὴ Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης: Μελετώντας τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα τοῦ Οὐκρανικοῦ προβλήματος, ὅπως τὰ ἔχουν καταγράψει ἔγκριτοι ἱστορικοὶ μελετητὲς[1], διαπιστώνει κανεὶς ὅτι δημιουργήθηκε τὸ πρῶτον ὡς συνέπεια τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), καλλιεργήθηκε συστηματικὰ καὶ μεθοδικὰ ἐπὶ αἰῶνες μὲ τὴν Οὐνία (Σύνοδος Βρέστης, 1596) καὶ ὁλοκληρώθηκε σήμερα ὡς συνέπεια τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (2016)[2]. Καὶ τότε, πίσω ἀπὸ τὴ διαίρεση τῶν Ὀρθοδόξων βρίσκονταν οἱ πολιτικὲς σκοπιμότητες ποὺ ἔσυραν τοὺς Βυζαντινοὺς στὴν Ἰταλία νὰ ὑπογράψουν τὴν ψευτοένωση μὲ τὸν πάπα, ἀλλὰ καὶ σήμερα πίσω ἀπὸ τὴ χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου βρίσκονται καὶ πάλι πολιτικὲς καὶ γεωστρατηγικὲς σκοπιμότητες. Δὲν ἔχει συμβεῖ στὴν ἱστορία χορήγησης Αὐτοκεφάλου τέτοια ἔντονη, φορτικὴ καὶ ὠμὴ παρέμβαση γιὰ χορήγησή του ἀπὸ πολιτικὲς δυνάμεις ἐκτός τῆς ἴδιας τῆς ἐνδιαφερόμενης χώρας. Αὐτὸ ὑποδηλώνουν χωρὶς ἀμφιβολία οἱ εὐχαριστίες τοῦ Οὐκρανοῦ Προέδρου Ποροσένκο στὶς ΗΠΑ γιὰ τὴν «ἐνεργὸ ὑποστήριξή τους στὴ διαδικασία χορήγησης τοῦ αὐτοκεφάλου»[3]. Ἄλλωστε, οὔτε οἱ ἴδιες οἱ ΗΠΑ ἔχουν τὸν παραμικρὸ δισταγμὸ νὰ δηλώσουν ὅτι «οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς ὑποστηρίζουν τὴν χορήγηση αὐτοκεφαλίας στὴν Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ὅπως ἀναφέρει σὲ ἀνακοίνωσή της ἡ ἐκπρόσωπος Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ Χίθερ Νάουερτ[4]. Γιατί νὰ τὸ κρύψωμεν, ἄλλωστε...
Ἀποκαλυπτικὴ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι καὶ ἡ δήλωση τοῦ νέου “Προκαθημένου” Ἐπιφανίου ὅτι “ὑπῆρξε μία κομβικῆς σημασίας στήριξη ἀπὸ τὶς ΗΠΑ καὶ στὸ πλαίσιο αὐτό, πιστεύω ὅτι θὰ διατηρήσουμε ἐπαφὴ γιὰ νὰ διασφαλίσουμε ὅτι ἡ αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας θὰ ἔχει τὴν ἴδια ὑποστήριξη καὶ στὸ μέλλον»[5]. Ἡ δήλωση αὐτὴ εἶναι παράλληλα καὶ τραγικὴ διότι ἀποκαλύπτει τὸ πνευματικὸ ἀδιέξοδο τῆς «Αὐτοκέφαλης» Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ τάχα καὶ «Μητροπολίτου Κιέβου» Ἐπιφανίου. Τί θλιβερό! ἐκκλησιαστικὸς «ἡγέτης» νὰ ὁμολογεῖ δημόσια ὅτι στηρίζει τὶς ἐλπίδες του ὅτι τὴν «αὐτοκεφαλία» τους θὰ τὴ διασφαλίσουν οἱ ΗΠΑ!  Σημαίνει μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ νέα «Αὐτοκέφαλη» ἀποδέχεται τὸ ρόλο μαριονέτας στὰ χέρια τῶν «προστατριῶν» της Δυνάμεων τοῦ κόσμου τούτου μὲ καταστροφικὲς συνέπειες γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθοδοξία. Οὐσιαστικὰ ἀποδέχεται τὸ ρόλο τοῦ “ἐκπροσώπου” τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων στὴν οἰκογένεια τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται… Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κατανοεῖται καὶ ἡ δήλωση τοῦ «Προκαθημένου» Ἐπιφανίου ἀναφορικὰ μὲ τὰ δικαιώματα τῶν σοδομιστῶν, κίναιδων κλπ ΛΟΑΤ: «Φυσικά, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἔναρξης μεταρρυθμίσεων στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει συντηρητισμός, γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν Ρωσικὴ παράδοση καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἡ ἐκκλησία ἀνοιχτή καὶ ἕνας πνευματικὸς ὁδηγὸς γιὰ τὸν Οὐκρανικὸ λαό. Κινούμαστε πρὸς τὴν Εὐρώπη καὶ συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν συντηρητικὴ Ρωσικὴ παράδοση. Ἡ Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ εἶναι πιὸ ἀνοιχτή, διότι ἡ Ρωσικὴ Ὀρθοδοξία εἶναι πολὺ συντηρητικὴ … Αὐτὸ εἶναι ἕνα δύσκολο ζήτημα τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ προβάλουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ ταξιδιοῦ μας, διότι γνωρίζετε τὸν τρόπο ποὺ ἡ Οὐκρανικὴ κοινωνία ἀντιλαμβάνεται αὐτὸ τὸ θέμα. Τώρα πρέπει νὰ ἐργαστοῦμε πάνω σε αὐτὸ γιὰ νὰ τὸ δεχτεῖ ἡ Οὐκρανικὴ κοινωνία. Εἶναι μιὰ μακρὰ πορεία. Θὰ συζητήσουμε καὶ θὰ ἀναζητήσουμε ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ τὰ περίπλοκα ζητήματα»[6].  Ποιὸς ἀμφιβάλλει ὅτι ἀπὸ τέτοιους «προκαθημένους»[7] καὶ «μείζω τούτων ὄψει» ἢ ἐπὶ τὸ λαϊκότερον,  καὶ μὴ χειρότερα…  
Ἀπὸ ἱστορικο-κανονικῆς πλευρᾶς ἔχουν τεθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, δύο βασικὰ ζητήματα, ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ὁποίων κρίνεται ἐν πολλοῖς ἡ κανονικότητα ἢ μὴ τῆς χορηγήσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου:
1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπάγεται κανονικὰ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἢ στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρωσίας;  καὶ
2. Δικαιοῦται τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ χορηγεῖ τὸ Αὐτοκέφαλο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο;