Από την ιστοσελίδα αυτή μπορείτε να ενημερώνεστε για το θέμα του οικουμενισμού και τα σύγχρονα οικουμενιστικά ανοίγματα.
Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010
Επιθετικός και πάλι ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας
Επιθετικός και απαξιωτικός και πάλι προς το ορθόδοξο πλήρωμα, που δεν προσχωρεί στα οικουμενιστικά του ανοίγματα. Σε συνέντευξή του ενόψει της Συνόδου της Μικτής Επιτροπής διαλόγου (που προδημοσιεύεται στο Amen.gr) που πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα στην Βιέννη, επανέρχεται στις γνωστές αιτιάσεις περί "φονταμενταλισμού" και "συντηριτισμού" θεωρώντας μάλιστα τους αντιδρώντες πρόβλημα στην πρόοδο του διαλόγου.
Η Σύνοδος της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς
Ξεκίνησαν την Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010 οι εργασίες της Συνόδου της Ολομελείας της Μικτής Επιτροπής θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Βιέννη. Η Σύνοδος της Βιέννης είναι συνέχεια της αντίστοιχης περυσινής της Πάτμου και πραγματεύεται το θέμα: «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία της Εκκλησίας κατά την πρώτην Χιλιετίαν».
Με ενδιαφέρον αναμένεται η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του εκπροσώπου της Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, που πρόσφατα αμφισβητήθηκε και κρίθηκε για τις λανθασμένες εκκλησιολογικές απόψεις του περί "διηρρημένης Εκκλησίας".
Με ενδιαφέρον αναμένεται η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του εκπροσώπου της Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, που πρόσφατα αμφισβητήθηκε και κρίθηκε για τις λανθασμένες εκκλησιολογικές απόψεις του περί "διηρρημένης Εκκλησίας".
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Ανταπάντηση του Καθηγητή Τσελεγγίδη στον Μητροπολίτη Μεσσηνίας
Δεύτερη απάντηση στον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο δίνει ο Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης ζητώντας του και πάλι να ανακαλέσει τις εσφαλμένες εκκλησιολογικά θέσεις του περί διηρρημένης Εκκλησίας, ώστε να μην εκθέτει την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος που τον όρισε εκπρόσωπό της στον διάλογο με τους ρωμαιοκαθολικούς.
Παραθετουμε ολόκληρο το κείμενο της επιστολής:
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Παραθετουμε ολόκληρο το κείμενο της επιστολής:
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
-----------
541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τηλ. Γραφ. 2310-996957
Οἰκ. 2310-342938
Θεσσαλονίκη 19-8-2010
Πρὸς
τὸν Σεβασμιώτατο
Μητροπολίτη Μεσσηνίας
κ. Χρυσόστομο
Μητροπολίτου Μελετίου 13
24100 ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Σεβασμιώτατε,
Πληροφορήθηκα ἀπό τό Διαδίκτυο τό περιεχόμενο τῆς νέας ἐπιστολῆς Σας (15-7-2010) πρός ἐμέ, ἡ ὁποία ἕως καί τήν 19-8-2010 δέν ἔφτασε στήν γραμματοθυρίδα τοῦ Πανεπιστημίου μας. Στήν ἐπιστολή Σας αὐτή μοῦ γνωστοποιεῖτε τὴν πρόθεσή Σας, δηλώνοντας κατηγορηματικά: «ὁ μεταξὺ μας διάλογος σταματᾶ ἐδῶ».
Καταρχήν, σέβομαι τὴν πρόθεσή Σας νὰ σταματήσετε τό διάλογο μὲ τόν ὁμόδοξό Σας -μέσω τοῦ ὁποίου (καί κάποιων ἄλλων) ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε τὴν ἐπιστημονικὴ ἐξέλιξή Σας- καὶ νὰ τόν συνεχίσετε ἀσμένως μέ τοὺς ἑτεροδόξους. Ἄλλωστε, ἐμφανίζεσθε νὰ ἐμμένετε στὴν ἀρχικὴ θέση Σας, ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία μετὰ τό 1054 εἶναι πλέον διηρημένη.
Παρότι σέβομαι τήν ἐπιθυμία Σας νά σταματήσει ἐδῶ ὁ διάλογός μας, δέν μπορῶ νά μήν ἀναφερθῶ σέ κάποιες ἀπό τίς προβληματικές ἐκκλησιολογικές ἑρμηνεῖες Σας, οὔτε μπορῶ νά ἀφήσω νά αἰωροῦνται κάποια ἀπό τά ἄλλα θέματα πού θίγετε.
Ὅσα γράφετε, Σεβασμιώτατε, γιά τήν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ βρίσκουν γενικότερα σύμφωνο, ἀλλά ἀφοροῦν ἄλλη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί δέν εἶναι ἐδῶ τό θέμα μας αὐτό. Διευκρινιστικά νά σημειώσω ὅτι πουθενά στά κείμενά μου δέν διαφοροποιῶ τήν τοπική Ἐκκλησία ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία ὡς πρός τήν ὀντολογία της οὔτε ἀμφισβητῶ τήν καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὑπό τόν κανονικό ἐπίσκοπό της. Σαφῶς καί θεωρῶ τήν τοπική Ἐκκλησία ὡς τήν ὅλη Ἐκκλησία κατά τήν ἀλήθεια, τή ζωή καί τήν πληρότητά της, ὑπό τόν ἐπίσκοπό της, μέ τή θεμελιώδη ὅμως προϋπόθεση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ἐκτός τῆς θεσμικῆς κανονικότητάς του θά πρέπει νά φρονεῖ ὀρθοδόξως καί νά βρίσκεται σέ ἐνεργό κοινωνία μετά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μυστηριακῶς σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες τοπικές Ἐκκλησίες.
Ἀλλά καί ποτέ καί πουθενά δέν θεώρησα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ὡς μία γενική καί ἀόριστη Ἐκκλησία» ἤ «ὡς ὑπερκείμενη τῶν ἄλλων ἐπιμέρους Ἐκκλησιῶν» ἤ ὡς «ἄθροισμα ἐπιμέρους ἀριθμητικῶν ἐκκλησιαστικῶν μονάδων», ὃπως ἐσφαλμένως ἑρμηνεύσατε. Ἀντίθετα, πάντοτε θεωροῦσα καί θεωρῶ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἐκείνην ἀκριβῶς πού ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὡς τή «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία», τή συγκεκριμένη ἐν τόπῳ καί χρόνῳ Ἐκκλησία.
Ἀπό αὐτή τήν Ἐκκλησία ἐκπίπτουν οἱ αἱρετικοί πού καταδικάζονται ἀπό τίς ἐν τόπῳ καί χρόνῳ Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς «Μίας» Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Αὐτά εἶναι ἀπολύτως σαφῆ καί κατανοητά εὐρύτερα ἀπ’ ὅλους τούς πιστούς. Τά περί «ἑνός» τοῦ Πλωτίνου καί τά περί «νεοπλατωνικῶν ἀπορροῶν» εἶναι τελείως ἄσχετα ἀπ’ ὅσα φρονῶ καί γράφω περί Ἐκκλησίας. Μήν ἐμπλέκετε ἄλλα θέματα, ὅπως π.χ. καί τά περί Δυτικῆς Ἐκκλησιολογίας, πού δέν ἀφοροῦν τό καίριο σημεῖο τῆς διαφωνίας μας, τό ὁποῖο εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς τῆς «Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Μή προσπαθεῖτε μέ τήν ἀναφορά Σας στή μεθοδολογία –γιά τήν ὁποία δέν εἶναι τώρα ἡ ὥρα νά διαλεχθοῦμε- νά θολώσετε τά «νερά» στό διάλογό μας. Θά ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ παρέμβαση τῆς προηγούμενης ἐπιστολῆς μου (7-7-10) ἀφοροῦσε μόνο τήν προβληματική ἐκκλησιολογικῶς διατύπωσή Σας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι καί «Μία» καί «διηρημένη».
Ἀναφερόμενος στήν Καθολικότητα καί Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σημειώνετε ὀρθῶς ὅτι: «Ἡ σχισματική αὐτή διάσπαση ἤ ἡ αἱρετική αὐτή διαίρεση δέν συνεπάγεται οὔτε μία νέα «καθολική» Ἐκκλησία, οὔτε μία διάσπαση τῆς Ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη τῆς νέας ὁμάδας ὑπό τόν ἀντικανονικόν ἐπίσκοπον δέν διαταράσσει τήν Ἑνότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας». Σαφῶς, τά σχίσματα καί οἱ αἱρέσεις δέν ἀφοροῦν τήν Ἑνότητά της. Ἀφοροῦν τούς σχισματικούς καί αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἀποκόπτονται ἀπό τή «Μία» καί μόνη Ἐκκλησία. Ἐγώ ἀκριβολογώντας στήν περίπτωση αὐτή δέν θά ἔκανα λόγο γιά «σχισματική διάσπαση» ἤ «αἱρετική διαίρεση», ἀλλά γιά ἔκπτωση τῶν σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἀπό τά παραπάνω προκύπτει ὅτι συμφωνοῦμε γενικῶς στό ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία» καί ἑνιαία. Παρά ταῦτα, ἐξακολουθοῦμε, μέ βάση τά γραφόμενά Σας, νά διαφωνοῦμε στό ὅτι ἡ «Μία» Ἐκκλησία εἶναι μετά τό 1054 καί «διηρημένη».
Σεβασμιώτατε, ἄν «οἱ σχισματικοί δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί τά μυστήριά τους δέν ἔχουν καμία ἰσχύ», ὅπως ὀρθά γράφετε, τότε πῶς ὑποστηρίζετε τά ἑξῆς; «Τό σχίσμα τοῦ 1054 σημαίνει διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀμφισβήτηση ὑφίσταται, πολλῷ μᾶλλον ὅταν ὁλόκληρη ἡ πατερική γραμματεία τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος ἀποδέχεται ὅτι ἔχουμε διηρημένη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν εὑρισκομένην ὑπό τήν Μίαν Κεφαλήν τοῦ Σώματος, τόν Χριστό (βλ. Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός)».
Καί συνέχιζετε: «Ἦταν δυνατόν νά εἴχαμε σχίσμα, διαίρεση, διάκριση ἤ διαφοροποίηση χωρίς διαίρεση; Νομίζω ὄχι. Ἡ διαίρεση αὐτή διετάραξε ἤ ἀλλοίωσε τήν Ἑνότητα καί Καθολικότητα τῆς Μίας, Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή περιγράφεται καί σημαίνεται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό Σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; Ὄχι βέβαια, γιατί κάθε διαίρεση ἤ διάσπαση δέν σημαίνει ἀλλοίωση τῆς Ἑνότητας... γιατί οἱ ἐκκλησιολογικές συνέπειες ὁποιασδήποτε διαφοροποίσης δέν ἀποδίδονται πρός τό Καθολικό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά πρός αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀποσχίζεται ἤ διαφοροπιεῖται ἀπό τό Καθολικό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».
Τά γραφόμενά Σας ἐδῶ εἶναι, κατά μία ἐπιεικῆ ἀποτίμησή μου, ἀσαφῆ καί συγκεχυμένα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐμφανίζονται ἀντιφατικά μεταξύ τους. Ἔχω τή γνώμη ὅτι αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι δέν ἀκριβολογεῖτε. Δέν ὁριοθετεῖτε τήν ἔννοια τῶν ὅρων πού χρησιμοποιεῖτε ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖτε τούς γνωστούς θεολογικούς ὅρους προσδίδοντάς τους ἄλλη σημασία ἀπό τήν καθιερωμένη, χωρίς προηγουμένως νά τή γνωστοποιεῖτε. Ἔτσι ὅμως δημιουργεῖται σύγχυση στήν κατανόηση τῶν γραφομένων Σας.
Καί γιά νά γίνω πιό συγκεκριμένος καί σαφής. Ὅσα γράφετε περί σχίσματος, αἱρέσεως, ἑνότητας καί καθολικότητας εἶναι ὀρθά στό μέτρο πού ἀφοροῦν τούς σχισματικούς καί αἱρετικούς καθεαυτούς. Πράγματι, τό σχίσμα ἤ ἡ αἵρεσή τους δέν θίγουν τήν ἑνότητα καί καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή αὐτοί ἁπλῶς ἐκπίπτουν καί ἀποκόπτονται οὐσιαστικά καί θεσμικά ἀπό τή «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» εἴτε ὡς ἁπλᾶ μέλη εἴτε ὡς ὁλόκληρες τοπικές Ἐκκλησίες. Τά πράγματα ὅμως ἐμφανίζονται συγκεχυμένα ἤ ἀντιφατικά, ὅταν στή συνάφεια αὐτή κάνετε λόγο γιά «Μία» καί σαφῶς διηρημένη ἀπό τό 1054 Ἐκκλησία καί, ἐνῶ θεωρεῖτε διηρημένη τήν Ἐκκλησία, ὑποστηρίζετε ἀπεριφράστως ὅτι δέν θίγεται ἡ ἑνότητά της. Ἔτσι ἐμφανίζεσθε νά ἀγνοεῖτε τήν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας.
Τό σχίσμα, Σεβασμιώτατε, ὅπως καί ἡ αἵρεση δέ θίγουν ὀντολογικῶς τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν, εἶναι καί θά παραμείνει «Μία» καί ἀδιαίρετη ἕως τῆς συντελείας. Αὐτό ἀκριβῶς ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως χρησιμοποιώντας τό ρῆμα «Πιστεύω» σέ χρόνο ἐνεστώτα. Ὁ Χριστός εἶναι κεφαλή αὐτοῦ τοῦ ἀκεραίου σώματος, τό ὁποῖο παραμένει ἀκέραιο εἴτε ἐμπλουτίζεται ἱστορικῶς μέ ἀναρίθμητα μέλη εἴτε περιορίζεται ἱστορικῶς σέ ἐλάχιστα. Ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά εἶναι, ὅπως ὑποστηρίζετε, κεφαλή ἑνός διηρημένου ἤ πολυδιηρημένου σώματος. Τέτοιου εἴδους Ἐκκλησιολογία, πού εἰσηγεῖσθε μέ τό κείμενό Σας, δέ νομιμοποιεῖται ἀπό τήν ἱστορία καί τήν πνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικῶς. Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά εἶναι ποτέ «Μία» καί διηρημένη. Ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, δέν εἶναι «Μία», ὅπως τό Ἕνα Κυριακό Σῶμα. Ἀλλά, ἐπιπροσθέτως, ἄν εἶναι διηρημένη, δέν εἶναι οὔτε «Ἁγία» οὔτε «Καθολική» οὔτε «Ἀποστολική». Μή μνημονεύετε, Σεβασμιώτατε, τόν Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό γιά ἐνίσχυση δῆθεν τῶν θέσεών Σας. Δέν Σᾶς εὐνοεῖ σέ καμία περίπτωση. Ἀπεναντίας, γίνεται καί κατήγορος τῶν ἐσφαλμένων ἐκκλησιολογικῶν τοποθετήσεών Σας.
Σεβασμιώτατε, ὁμολογεῖτε δύο ἀντιφατικά ἐν τοῖς ὅροις πράγματα. Ἔτσι ὅμως δέν ὑφίσταται δογματικὴ ἀκρίβεια, ἀλλὰ μᾶλλον διολίσθηση σέ μία εὐρύτερα γνωστὴ θεολογικὴ «διγλωσσία» τῶν ἡμερῶν μας, ποὺ ἔχει φανερὴ τὴ σκοποθεσία της.
Μέ τὴν παραπάνω τοποθέτησή Σας, Σεβασμιώτατε, δέν ἔχουμε ἁπλῶς εἰσήγηση μίας «νέας» Ἐκκλησιολογίας ἀλλὰ καὶ διακήρυξη μία «νέας» ὀντολογίας, σύμφωνα μέ τὴν ὁποία ἕνα σῶμα μπορεῖ νὰ εἶναι διηρημένο χωρὶς νὰ ἀλλοιώνεται ἡ ἑνότητά του. Εἶναι προφανές ὅτι ἐδῶ οἱ λέξεις «διαίρεση» καὶ «ἑνότητα» παίρνουν ἕνα ἄγνωστο μέχρι σήμερα νοηματικό περιεχόμενο, ποὺ σαφῶς δέν ὑπηρετεῖ τὴ δογματικὴ ἀκρίβεια γιὰ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ὁριοθέτηση τῆς Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶναι πρωτάκουστο, Σεβασμιώτατε, αὐτό πού γράφετε ὡς πανεπιστημιακός καθηγητής καί κυρίως ὡς ἐπίσκοπος: «Ἐσεῖς, βέβαια, καί οἱ ὁμόφρονές Σας ἔχετε τό δικαίωμα νά διαφοροποιηθεῖτε ἀπό τήν παροῦσα Συνοδική ἀπόφαση καί ἐπίσης νά τήν ἀμφισβητεῖτε, ἀλλά καί μετά τή διαφοροποίησή Σας, νά συνεχίζετε νά ἀνήκετε στήν Ἐκκλησία!!!». Ἔχω τή γνώμη ὁτι ἕνα τέτοιο κείμενο θά εἶχε θέση μόνο στό χῶρο τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλά καί ἐκεῖ μόνον ὅταν ἡ ἀμφισβήτηση θά εἶχε ἀποδέκτη ἀποκλειστικῶς καί μόνον τόν ἴδιο τόν Πάπα.
Συγκεκριμένα, ἐγώ οὔτε διαφοροποιοῦμαι ἀπό τήν παρούσα Συνοδική ἀπόφαση οὔτε τήν ἀμφισβητῶ, ὅπως ἐσφαλμένα νομίζετε. Εἶμαι σύμφωνος μέ τό Ἀνακοινωθέν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καί εἰδικότερα μέ τό σημεῖο πού ἐπικαλεῖσθε στήν πρός ἐμέ ἐπιστολή Σας: «Οἱ Ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μας στόν συγκεκριμένο διάλογο ἔχουν σαφῆ γνώση τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως καί προσφέρουν τίς γνώσεις καί τίς δυνάμεις τους πρός τόν σκοπό «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» «ἐν ἀληθείᾳ» καί μέσα στά ἀπαραίτητα θεολογικά πλαίσια καί τίς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων». Ἐδῶ θά πρέπει νά σημειώσω ὅτι ὡς πρός «τίς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων» ἐπιφυλάσσομαι νά ἐπανέλθω ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως εἶναι φανερό ὅμως ἀπό τό κείμενο, ἡ Συνοδική ἀπόφαση ἑστιάζει στίς «γνώσεις» καί τίς «δυνάμεις» τῶν Ἐκπροσώπων Της, καί ὄχι στήν ἁγιοπνευματική θεογνωσία καί στή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού χαρακτηρίζουν τόν ἐπισκοπικό βαθμό τῆς ἱερωσύνης τους, σύμφωνα μέ τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατά συνέπεια, θεωρῶ ὅτι Ἐσεῖς μέ ὅσα ἐκκλησιολογικῶς ἐσφαλμένα γράφετε στήν ἐπιστολή Σας ἔχετε ἐκθέσει τό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, πού Σᾶς ἐτίμησε μέ τήν ἐμπιστοσύνη Του.
Γιά νά παραμείνετε, Σεβασμιώτατε, καί οὐσιαστικά Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μία μόνο λύση φαίνεται νά ὑπάρχει: νά ἀνακαλέσετε τήν ἐσφαλμένη θεολογικῶς (δογματικῶς) θέση Σας: «Τό σχίσμα τοῦ 1054 σημαίνει διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας ... Νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀμφισβήτηση ὑφίσταται ... ὅτι ἔχουμε διηρημένη τήν Ἐκκλησσία τοῦ Χριστοῦ, τήν εὑρισκομένην ὑπό τήν Μίαν Κεφαλήν τοῦ Σώματος, τόν Χριστόν» (Ἐπιστολή 15-7-2010). Θά ἐπαναλάβω ἐκεῖνο πού Σᾶς ἔγραψα στήν προηγούμενη ἐπιστολή μου (7-7-2010): «Ἡ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς διηρημένης, σήμερα, ἀντίκειται σαφῶς στή ρητή διατύπωση τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, πράγμα πού συνεπάγεται, κατά τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθαίρεση καί ἀφορισμό, κατά περίπτωση, σ’ ὅποιον ἐμμένει στή θεώρηση αὐτή». Αὐτό εἶναι οὐσιαστικά ἀλλά καί θεσμικά τό ἐπιτίμιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιά ὅσους παραβιάζουν τόν Ὅρο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἐπιπροσθέτως, θέλω νά σημειώσω ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας μας οὐδέποτε ὑποστήριξε ὅτι εἶναι ἀλάθητη. Μήπως ὅμως Ἐσεῖς γνωρίζετε κάποια τοπική Σύνοδο πού νά φρονεῖ ὅτι εἶναι ἀλάθητη; Θά θυμᾶσθε, ἀσφαλῶς, ὅτι ὁ συνώνυμός Σας ἐπίσκοπος καί ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐξορίσθηκε ἐπανειλημμένως ἀπό τοπικές Συνόδους μέ ἐπισκόπους πού εἶχαν κανονική χειροτονία, ἐνῶ ἄλλες τοπικές Σύνοδοι τόν δικαίωσαν πανηγυρικῶς καί διόρθωσαν τά κακῶς ἀποφασισθέντα. Διορθωτικές Συνοδικές ἀποφάσεις εἴχαμε πολλές κατά τό παρελθόν ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καλῶς γνωρίζετε. Ἀλλά νά Σᾶς ρωτήσω καί κάτι ἄλλο: Ὅταν κάποιοι ἐπίσκοποι στήν Ἱερά Σύνοδο ἤ στή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας μας διαφωνοῦν καί μειοψηφοῦν ὡς πρός τή Συνοδική ἀπόφαση, τίθενται -μέ βάση τό σκεπτικό Σας- ἐκτός Ἐκκλησίας;
Στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, Σεβασμιώτατε, οἱ Συνοδικές ἀποφάσεις εἶναι δεσμευτικές γιά ὅλους, μόνον ὅταν ἔχουν τόν ἀδιαμφισβήτητο χαρακτήρα τῆς ἀλαθήτου ἐκφράσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν εἶναι λ.χ. ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἑπομένως, κάθε Συνοδική ἀπόφαση δέν εἶναι ὁπωσδήποτε καί ἁγιοπνευματική. Αὐτό πιστοποιεῖται ἀδιάψευστα ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία (βλ. π.χ. τήν Ληστρική Σύνοδο τοῦ 449).
Ἐδῶ θά πρέπει νά διευκρινίσω, ὅτι μέ ὅσα γράφω παραπάνω σχολιάζω θεωρητικῶς καί θεολογικῶς μόνον τό ἄν μπορεῖ ἤ ὄχι νά ἀνήκει στήν Ἐκκλησία ὅποιος συμβαίνει νά διαφωνεῖ μέ μία Συνοδική ἀπόφαση, πού δέν ἔχει τό χαρακτήρα Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί τίποτε περισσότερο. Ὁ,τιδήποτε ἀλλο εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ.
Σεβασμιώτατε, στήν ἐπιστολή Σας (15-7-2010) πολύ συχνά, μή ἔχοντας θεολογικά - ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα, καταφεύγετε σέ εὐτελεῖς εἰρωνεῖες καί σέ ἀπαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Αὐτά ὅμως δέν Σᾶς τιμοῦν οὔτε ὡς πανεπιστημιακό δάσκαλο οὔτε ὡς ἐπίσκοπο. Ἐμένα ὡς ἀποδέκτη τους, πάντως, οὔτε μέ μειώνουν οὔτε καθόλου μέ βλάπτουν. Ἀπεναντίας μάλιστα. Γι’ αὐτό καί Σᾶς εἶμαι, εἰλικρινῶς, εὐγνώμων, παρά τό γεγονός ὅτι λυποῦμαι πολύ γιά τήν προσωπική ζημία Σας, προκειμένου ἀκουσίως νά μέ ὠφελήσετε πνευματικά.
Γράφετε στήν ἐπιστολή Σας ὅτι τόσο καιρό σιωπούσατε, «ἕνεκα σεβασμοῦ σέ ἕνα πρόσωπο (δηλ. ἐμένα) τό ὁποῖο στόν πανεπιστημιακό χῶρο τρεῖς φορές μέ ἐψήφισε στὴν ἐξελικτική μου διαδικασία καὶ μάλιστα στὶς δύο πρῶτες ὡς μέλος τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀνεπιφυλάκτως ὑπέγραψε καὶ ἐψήφισε γιὰ τὴν ἐξέλιξή μου».
Ἀπ’ ὅσο ἐνθυμοῦμαι, μόνο μία φορὰ – στὴν τελευταία ἐξέλιξή Σας – ὑπῆρξα μέλος τῆς Τριμελοῦς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ Σᾶς ἐψήφισα πράγματι ἀνεπιφύλακτα. Ποτέ ὅμως δέν ὑποστήριξα ὅτι εἶμαι «ἀλάθητος». Τοῦτο τό προνόμιο τό σφετερίζεται μόνον ὁ Πάπας, μέ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ ὁποίου προτιμᾶτε νὰ διαλέγεσθε. Ἐγὼ ἁπλῶς φροντίζω νὰ περνῶ τό χρόνο μου ἐν μετανοίᾳ.
Ἐπιπροσθέτως, θὰ ἤθελα νὰ Σᾶς διευκρινίσω ὅτι, ὅταν Σᾶς ἐψήφισα, Σᾶς ἐψήφισα μέ βάση συγκεκριμένες μελέτες ποὺ καταθέσατε γιὰ τὴν ἐξέλιξή Σας, στὶς ὁποῖες ὅμως δέν περιέχονταν τὰ θεολογικὰ ἀτοπήματα γιὰ τὰ ὁποῖα τώρα διαφωνοῦμε. Ἂν περιέχονταν, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δέν θὰ Σᾶς ἐψήφιζα.
Ἡ ἐκλογὴ κάποιου προσώπου σέ ὁποιοδήποτε ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία, εἴτε τοῦ διδασκάλου εἴτε τοῦ ἐπισκόπου, δέν προδικάζει νομοτελειακὰ τὴν παραπέρα πορεία του, ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ γίνεται ἀδιαμφισβητήτως διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν ἐμποδίζεται δηλαδὴ καθόλου τό αὐτεξούξιό του ἀπό αὐτὴ τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐκλογή. Γι’αὐτό καὶ μπορεῖ νὰ ὑποπέσει σέ βαρύτατα θεολογικὰ καὶ δογματικὰ σφάλματα. Αὐτό μαρτυρεῖται ἀπό τὴν Ἁγία Γραφὴ (βλ. τὴν περίπτωση ἐκλογῆς στό Ἀποστολικό ἀξίωμα ἀπό τόν ἴδιο τό Χριστό τόσο τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτη ὅσο καὶ τοῦ Πέτρου). Μαρτυρεῖται ὅμως καὶ ἀπό τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας (βλ. τὴν πληθώρα τῶν καταδικασθέντων Πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, κληρικῶν καὶ μοναχῶν ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους). Μάλιστα, ἡ περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἰδιαίτερα χαρακτηριστική. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὁμολόγησε ὀρθὰ τό Χριστό, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ…» (Μθ 16, 17-19). Ὅταν ὅμως ἀμέσως μετά φρονοῦσε ἐσφαλμένα, τόν ἀποδοκίμασε αὐστηρὰ καὶ ἐξομοιώνοντάς τον, ὡς πρός τό φρόνημά του, μέ τόν σατανᾶ τοῦ εἶπε: «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ, σκάνδαλον εἶ ἐμοῦ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων» (Μθ. 16, 23).
Μέ ἄλλα λόγια, φρονῶ ὅτι ἡ ὅποια θετικὴ ψῆφος μου τότε δέν ἔχει σχέση μέ τὴν ἐξέλιξή Σας σήμερα.
Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς Σας γράφετε: «Εἶμαι σίγουρος, ὅτι καὶ τοῦ χρόνου καὶ κάθε χρόνο, λίγο πρὶν τὴν σύγκληση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ σᾶς ὑπομιμνήσκουν οἱ ὁμόφρονές Σας τὴ θεολογική Σας ἀγωνία καὶ τὴν τρωθεῖσα ἐκκλησιολογικὴ Σας αὐτοσυνειδησία, πρός ἀφύπνιση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός Σας (!!!)».
Σεβασμιώτατε,
Προβληματίζομαι σοβαρά γιά τήν προέλευση τῶν παραπάνω λογισμῶν Σας, ἀλλά καί γιά τήν ἐκφρασθεῖσα γι’ αὐτούς «σιγουριά» σας. Δέν θά προβῶ σέ ψυχολογική ἑρμηνεία τῶν λογισμῶν Σας. Ἕνα μόνο θά πῶ: Ἡ ἀπό 7-7-10 ἐπιστολή μου πρός Σᾶς δέν γράφηκε οὔτε μέ ὑπόδειξη κάποιου, οὔτε λόγω τῆς προσεχοῦς συγκλήσεως τῆς Μ.Δ.Ε., οὔτε λόγω κάποιας ἄλλης σκοπιμότητας. Αὐτό τό γνωρίζετε Ἐσεῖς καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἡ ἐπιστολὴ γράφτηκε ἐπειδὴ Ἐσεῖς, ἔχοντας ἀνοίξει μία διαμάχη μέ τόν συνεπίσκοπό Σας, ὡς ἄλλοθί Σας, ἐπικαλεσθήκατε διερωτώμενος τὴ δική μου σιγή. Κι ἔτσι μέ ἀναγκάσατε νὰ ἀπαντήσω στό ἐρώτημά Σας: «Ἕνα τέτοιου εἴδους σοβαρό ἐκκλησιολογικό ἀτόπημα πέρασε ἀπαρατήρητο ἀπό τόν καταξιωμένο Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας καὶ ἀσχολίαστο;». Ἐὰν δέν ὑπῆρχε ὁ συγκεκριμένος ὑπαινιγμός Σας στό πρόσωπό μου καὶ τό ἐρώτημά Σας, δέν θὰ ἀπαντοῦσα.
Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι δέν εἶναι τίμιο αὐτό ποὺ Ἐσεῖς προκαλέσατε τὴ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, νά τό παρουσιάζετε ἐνώπιον τρίτων καί νὰ προσπαθεῖτε νὰ τό ἀποδώσετε στὴ δική μου δῆθεν σκοπιμότητα. Προφανῶς, αὐτό θὰ μπορούσατε νὰ τό ἰσχυρισθεῖτε, μόνον ἐὰν Ἐσεῖς στὴν ἐπιστολή Σας δέν ἀναφερόσασταν στό πρόσωπό μου καὶ δέν εἴχατε διερωτηθεῖ ἀπεριφράστως γιὰ τὴ σιωπή μου στό συγκεκριμένο θέμα καὶ δέν εἴχατε προκαλέσει τὴν ἀπάντησή μου. Μὴ διαστρέφετε λοιπόν τὴν Ἀλήθεια, λόγω δικῆς Σας σκοπιμότητας, λίγο πρίν τή σύγκληση τῆς Μ.Δ.Ε. στή Βιέννη (Σεπτέμβριος 2010). Δέν εἶναι σωστό καὶ δέν Σᾶς τιμᾶ τό γεγονός ὅτι ἐνῶ ἔχετε ἐπωμισθεῖ τό ἔργο τῆς ὑπερασπίσεως τῆς Ἀλήθειας ἔναντι τῶν ἑτεροδόξων, Ἐσεῖς ὁ ἴδιος τώρα, νὰ τὴ διαστρέφετε.
Τέλος, ἀπό τὴν ἔκβαση τοῦ ἕως ἐδῶ διαλόγου μας διαπιστώνει ὁ καθένας, ποὺ μᾶς διαβάζει, ὅτι δικαιώνομαι γιὰ τὴν ἐπὶ ἕνα περίπου ἔτος σιωπή μου. Ὁ διάλογος μεταξύ μας ὄντως «οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν».
Μέ τόν προσήκοντα σεβασμό
ἀσπάζομαι τὴν δεξιά Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ
Κοινοποίηση: 1. Στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
2. Σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010
Οι πιστοί συνεχίζουν να εγκαταλείπουν την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην Αυστρία
ΠΗΓΗ: ΕΞΠΡΕΣ & ΑΠΕ
Δραματική μείωση του αριθμού των πιστών της καταγράφεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2010 για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην Αυστρία, μείωση διπλάσια ή και μεγαλύτερη, από το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρσι.
Επίσημα, από πλευράς Εκκλησίας και της αρμόδιας Συνόδου των Επισκόπων, έχει υψωθεί ένα τείχος σιωπής γύρω από το θέμα και αναβάλλεται συνεχώς η δημοσιοποίηση στοιχείων, τα οποία όμως εμμέσως έχουν γίνει γνωστά από τις διοικητικές υπηρεσίες των πρωτευουσών των ομόσπονδων κρατιδίων της Αυστρίας (στο σύνολό τους εννέα), με εξαίρεση εκείνες του ομόσπονδου κρατιδίου της Βιέννης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των διοικητικών υπηρεσιών - που είναι πρώτοι παραλήπτες των αιτήσεων διαγραφής, τις οποίες οι ίδιες προωθούν στη συνέχεια στα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα - ο απολογισμός του πρώτου εξαμήνου προβλέπει για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μία πρωτοφανή μείωση του αριθμού των πιστών της μέχρι το τέλος του χρόνου, που, εάν συνεχιστεί με το ρυθμό των πρώτων έξι μηνών, θα ξεπεράσει τις 100.000.
Σε όλες τις πρωτεύουσες, η μείωση είναι σχεδόν διπλάσια εκείνης του αντίστοιχου διαστήματος το 2009, με το Γκρατς, πρωτεύουσα του ομόσπονδου κρατιδίου της Στυρίας, να καταγράφει, από τον Ιανουάριο μέχρι τις 4 Αυγούστου, ένα "ρεκόρ" εξόδου 2.734 προσώπων από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ ολόκληρο το 2009 είχαν αποχωρήσει "μόνον" 1.218 πιστοί.
Στη βάση των ίδιων στοιχείων και χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η Βιέννη - της οποίας οι διοικητικές αρχές φαίνεται, κατά τους αναλυτές, να παίρνουν ιδιαίτερα σοβαρά τον "όρκο σιωπής" της Συνόδου των Επισκόπων - οι πιστοί, στις πρωτεύουσες των οκτώ από τα εννέα αυστριακά ομόσπονδα κρατίδια, που εγκατέλειψαν μέσα στο πρώτο εξάμηνο φέτος τις εκκλησιαστικές τάξεις, ανήλθαν σε 8.647, έναντι των 3.947 το 2009.
Η τελευταία επίσημη στατιστική της Συνόδου των Επισκόπων που είχε δοθεί στη δημοσιότητα, ήταν εκείνη τον περσινό Αύγουστο και αφορούσε τον αριθμό των Ρωμαικοαθολικών πιστών στην Αυστρία το 2008, που ανερχόταν σε 5,58 εκατομμύρια, σε σύνολο πληθυσμού 8,3 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ τον περασμένο Ιανουάριο είχε ανακοινωθεί επίσημα πως το 2009 εγκατέλειψαν τις τάξεις της Εκκλησίας 53.216 πρόσωπα, κατά σχεδόν ένα τρίτο (30,9 ο/ο) περισσότερα από ότι μία χρονιά νωρίτερα.
Στην απογραφή του 2001 στην Αυστρία, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βρισκόταν στην πρώτη θέση του καταλόγου θρησκεύματος των Αυστριακών, με ποσοστό 73,6 ο/ο, που έχει βέβαια μειωθεί σημαντικά, λόγω αποχωρήσεων, την τελευταία δεκαετία και όπως δήλωσε πρόσφατα εκπρόσωπος της Επισκοπής Βιέννης, κάθε αποχώρηση πιστού είναι για την Εκκλησία ως Κοινότητα, πολύ οδυνηρή.
Η Αυστρία, όπου από τους πιστούς καταβάλλεται εκκλησιαστικός φόρος - συνδρομή, θεωρείται παραδοσιακά καθολική χώρα με ιδιαίτερη προσήλωση και αφοσίωση, της, αρκετά συντηρητικής, Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της στο Βατικανό, κάτι που την τελευταία δεκαετία έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και αμφισβητήσεις, με αποτέλεσμα τη μαζική αποχώρηση πιστών από τις τάξεις της.
Οπως αναφέρουν αναλυτές στη Βιέννη, οι μαζικές έξοδοι από τις εκκλησιαστικές τάξεις τον περασμένο χρόνο, θα έχουν ως συνέπεια και μία μείωση των εισπράξεων της αυστριακής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε εκκλησιαστικές συνδομές, κατά πρώτους υπολογισμούς, της τάξης των επτά εκατομμυρίων Ευρώ, ποσό που, σε σύγκριση βέβαια με το σύνολο των συνδρομών, ύψους 350 εκατομμυρίων Ευρώ, μπορεί να θεωρείται σχετικά αμελητέο.
Δραματική μείωση του αριθμού των πιστών της καταγράφεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2010 για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην Αυστρία, μείωση διπλάσια ή και μεγαλύτερη, από το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρσι.
Επίσημα, από πλευράς Εκκλησίας και της αρμόδιας Συνόδου των Επισκόπων, έχει υψωθεί ένα τείχος σιωπής γύρω από το θέμα και αναβάλλεται συνεχώς η δημοσιοποίηση στοιχείων, τα οποία όμως εμμέσως έχουν γίνει γνωστά από τις διοικητικές υπηρεσίες των πρωτευουσών των ομόσπονδων κρατιδίων της Αυστρίας (στο σύνολό τους εννέα), με εξαίρεση εκείνες του ομόσπονδου κρατιδίου της Βιέννης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των διοικητικών υπηρεσιών - που είναι πρώτοι παραλήπτες των αιτήσεων διαγραφής, τις οποίες οι ίδιες προωθούν στη συνέχεια στα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα - ο απολογισμός του πρώτου εξαμήνου προβλέπει για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μία πρωτοφανή μείωση του αριθμού των πιστών της μέχρι το τέλος του χρόνου, που, εάν συνεχιστεί με το ρυθμό των πρώτων έξι μηνών, θα ξεπεράσει τις 100.000.
Σε όλες τις πρωτεύουσες, η μείωση είναι σχεδόν διπλάσια εκείνης του αντίστοιχου διαστήματος το 2009, με το Γκρατς, πρωτεύουσα του ομόσπονδου κρατιδίου της Στυρίας, να καταγράφει, από τον Ιανουάριο μέχρι τις 4 Αυγούστου, ένα "ρεκόρ" εξόδου 2.734 προσώπων από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ ολόκληρο το 2009 είχαν αποχωρήσει "μόνον" 1.218 πιστοί.
Στη βάση των ίδιων στοιχείων και χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η Βιέννη - της οποίας οι διοικητικές αρχές φαίνεται, κατά τους αναλυτές, να παίρνουν ιδιαίτερα σοβαρά τον "όρκο σιωπής" της Συνόδου των Επισκόπων - οι πιστοί, στις πρωτεύουσες των οκτώ από τα εννέα αυστριακά ομόσπονδα κρατίδια, που εγκατέλειψαν μέσα στο πρώτο εξάμηνο φέτος τις εκκλησιαστικές τάξεις, ανήλθαν σε 8.647, έναντι των 3.947 το 2009.
Η τελευταία επίσημη στατιστική της Συνόδου των Επισκόπων που είχε δοθεί στη δημοσιότητα, ήταν εκείνη τον περσινό Αύγουστο και αφορούσε τον αριθμό των Ρωμαικοαθολικών πιστών στην Αυστρία το 2008, που ανερχόταν σε 5,58 εκατομμύρια, σε σύνολο πληθυσμού 8,3 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ τον περασμένο Ιανουάριο είχε ανακοινωθεί επίσημα πως το 2009 εγκατέλειψαν τις τάξεις της Εκκλησίας 53.216 πρόσωπα, κατά σχεδόν ένα τρίτο (30,9 ο/ο) περισσότερα από ότι μία χρονιά νωρίτερα.
Στην απογραφή του 2001 στην Αυστρία, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βρισκόταν στην πρώτη θέση του καταλόγου θρησκεύματος των Αυστριακών, με ποσοστό 73,6 ο/ο, που έχει βέβαια μειωθεί σημαντικά, λόγω αποχωρήσεων, την τελευταία δεκαετία και όπως δήλωσε πρόσφατα εκπρόσωπος της Επισκοπής Βιέννης, κάθε αποχώρηση πιστού είναι για την Εκκλησία ως Κοινότητα, πολύ οδυνηρή.
Η Αυστρία, όπου από τους πιστούς καταβάλλεται εκκλησιαστικός φόρος - συνδρομή, θεωρείται παραδοσιακά καθολική χώρα με ιδιαίτερη προσήλωση και αφοσίωση, της, αρκετά συντηρητικής, Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της στο Βατικανό, κάτι που την τελευταία δεκαετία έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και αμφισβητήσεις, με αποτέλεσμα τη μαζική αποχώρηση πιστών από τις τάξεις της.
Οπως αναφέρουν αναλυτές στη Βιέννη, οι μαζικές έξοδοι από τις εκκλησιαστικές τάξεις τον περασμένο χρόνο, θα έχουν ως συνέπεια και μία μείωση των εισπράξεων της αυστριακής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε εκκλησιαστικές συνδομές, κατά πρώτους υπολογισμούς, της τάξης των επτά εκατομμυρίων Ευρώ, ποσό που, σε σύγκριση βέβαια με το σύνολο των συνδρομών, ύψους 350 εκατομμυρίων Ευρώ, μπορεί να θεωρείται σχετικά αμελητέο.
Τρίτη 10 Αυγούστου 2010
Ενθρονίστηκε ο νέος ηγούμενος στην Μονή Μεγάλου Μετεώρου
Σε κλίμα συγκίνησης πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια της πανηγυρικής λειτουργίας της εορτής της Μεταμορφώσεως η ενθρόνιση του νέου ηγουμένου της Μονής Αρχιμανδρίτη Νήφωνα Καψάλη. Προσφωνώντας τον νέο ηγούμενο ο Προηγούμενος Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, που οικεία βουλήσει παραιτήθηκε και παρέδωσε τα σκήπτρα στον π. Νήφωνα, εξήρε το ήθος και τα χαρίσματα του νέου ηγουμένου, υποσχήθηκε να τον στηρίζει στο δύσκολο έργο του, αφού δεν εγκαταλείπει την Μονή, αλλά θα παραμείνει ως Προηγούμενος και τέλος αναφέρθηκε στην πνευματική παρακαταθήκη που του παραδίδει, την φροντίδα δηλαδή για την διαφύλαξη της ακεραιότητος της ορθοδόξου πίστεώς μας, του αποστολοπαράδοτου μοναχισμού και της ιερότητος του χώρου των Αγίων Μετεώρων.Είπε χαρακτηριστικά: "Αισθανόμαστε έντονη την εσωτερική επιθυμία και την ανάγκη της ψυχής μας να αφιερώσουμε από εδώ και στο εξής περισσότερες δυνάμεις και χρόνο στην προσευχή και την μελέτη των Θείων Γραφών και των πατερικών λογίων, στην ενίσχυση του πνευματικού μας έργου και της στηρίξεως των πνευματικών μας παιδιών και φίλων μας, αλλά κυρίως στην θεολογική μας κατάρτιση, η οποία, με την βοήθεια του Θεού, συνδυαζόμενη και με τις ανάλογες βιωματικές εμπειρίες θα μας βοηθήσουν στην έκφραση της ομολογιακής μαρτυρίας. Μία ομολογιακή μαρτύρια που αποτελεί επιτακτική ανάγκη στις μέρες μας, που οι νεοταξικοί και νεοεποχίτικοι σχεδιασμοί, καθώς και οι νεοεμφανιζόμενες νεοπατερικές, μεταπατερικές και συναφειακές θεολογίες καταλύουν και αποσυνθέτουν τον κύριο κορμό της εθνικής, εκκλησιαστικής και κοινωνικής δομής. Αλλοιώνουν και παραχαράσσουν ακόμη και αυτή την αλήθεια και την ακρίβεια της ορθοδόξου πίστεώς μας αμβλύνοντας τις συνειδήσεις και συμπαρασύροντας σε λαθεμένες τοποθετήσεις όχι μόνον τους απλούς πιστούς, αλλά και μοναχούς, κληρικούς και Επισκόπους ακόμη".
Την ενθρόνιση του νέου Ηγουμένου πραγματοποίησε ο Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ, ο οποίος ευχαρίστησε τον Προηγούμενο π. Αθανάσιο για το πολύ σημαντικό πολυετές έργο του και εξήρε την απόφασή του να φροντίσει για την διαδοχή του ενώ είναι ακόμη σε ηλικία και κατάσταση που μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει, κάτι βεβαίως, που θα κάνει.
Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε και στα προσόντα του νέου Ηγουμένου π. Νήφωνα Καψάλη και του ευχήθηκε κάθε επιτυχία στο έργο του.
Διαβάστε ολόκληρες τις ομιλίες.
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010
Παραιτήθηκε ο Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου
Παραιτήθηκε ο Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου γνωστός για τους αγώνες του κατά του οικουμενισμού και τις εκδόσεις του περιοδικού "Εν Συνειδήσει". Η παραίτηση γίνεται με προσωπική πρωτοβουλία του π. Αθανασίου, καθώς επιθυμεί μετά από την πολυετή διακονία του στην ηγουμενία της Μονης να ασχοληθεί περισσότερο με τα θέματα της ορθοδόξου πίστεως και ομολογίας, χωρίς το βάρος των διοικητικών καθηκόντων της ηγουμενίας.
Όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα των Τρικάλων ΕΡΕΥΝΑ: "Η επιστολή παραιτήσεως που ακολουθεί είναι πραγματικά ένα κείμενο που θα μείνει στην ιστορία της σύγχρονης μετεωρίτικης παρουσίας και διαδρομής.
Είναι ένα κείμενο που αντανακλά τον ηρωισμό, την αποφασιστικότητα, την ψυχική δύναμη και την αυταπάρνηση του γράφοντος.
Απεικονίζει δηλαδή αυτόν τον ίδιο, τον π. Αθανάσιο που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε όλοι μας, τον π. Αθανάσιο που με την πλούσια δραστηριότητά του, την διορατικότητά του και την θυσιαστική προσφορά του αναμόρφωσε τον μετεωρίτικο χώρο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή με πλούσια οφέλη για την πόλη και τους κατοίκους της.
Είναι αυτός που η διορατικότητά του τον οδήγησε, επίσης, στην γνώση των ορίων του και την ολοκλήρωση ενός κύκλου στην πλούσια προσφορά του. Είναι αυτός που ξέρει να πρωτοπορεί, αλλά ξέρει και να προσφέρει και στους νεώτερους έδαφος και ευκαιρίες για πρωτοβουλίες και προσφορά.
Και αυτό έκανε με την παραίτησή του".
Παραθέτουμε την επιστολή παραιτήσεως του π. Αθανασίου στον Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων:
Όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα των Τρικάλων ΕΡΕΥΝΑ: "Η επιστολή παραιτήσεως που ακολουθεί είναι πραγματικά ένα κείμενο που θα μείνει στην ιστορία της σύγχρονης μετεωρίτικης παρουσίας και διαδρομής.
Είναι ένα κείμενο που αντανακλά τον ηρωισμό, την αποφασιστικότητα, την ψυχική δύναμη και την αυταπάρνηση του γράφοντος.
Απεικονίζει δηλαδή αυτόν τον ίδιο, τον π. Αθανάσιο που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε όλοι μας, τον π. Αθανάσιο που με την πλούσια δραστηριότητά του, την διορατικότητά του και την θυσιαστική προσφορά του αναμόρφωσε τον μετεωρίτικο χώρο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή με πλούσια οφέλη για την πόλη και τους κατοίκους της.
Είναι αυτός που η διορατικότητά του τον οδήγησε, επίσης, στην γνώση των ορίων του και την ολοκλήρωση ενός κύκλου στην πλούσια προσφορά του. Είναι αυτός που ξέρει να πρωτοπορεί, αλλά ξέρει και να προσφέρει και στους νεώτερους έδαφος και ευκαιρίες για πρωτοβουλίες και προσφορά.
Και αυτό έκανε με την παραίτησή του".
Παραθέτουμε την επιστολή παραιτήσεως του π. Αθανασίου στον Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων:
Ἅγια Μετέωρα, 25 Ἰουλίου 2010
Κοίμησις τῆς Ἁγίας Ἄννης καί μνήμη Ὁσίας Εὐπραξίας
Ἀριθ. πρωτ. 55
Πρός τόν
Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Σταγῶν καί Μετεώρων
κ.κ. Σεραφείμ
Ἱεράν Μητρόπολιν-Καλαμπάκα
Σεβασμιώτατε πάτερ καί Δέσποτα,
Δόξα τῇ Ἁγίᾳ καί Ὁμοουσίῳ καί Ζωοποιῷ καί Ἀδιαιρέτῳ Τριάδι τῇ καταστησάσῃ ἡμᾶς Πατέρα καί Καθηγούμενον τῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ καί Σεβασμίᾳ Μονῇ Μεταμορφώσεως – Μεγάλου Μετεώρου ἐνασκουμένων ἀδελφῶν ἀπό τoῦ ἔτους 1984 ἄχρι τοῦ νῦν.
Πιστεύομεν, Σεβασμιώτατε, ὅτι χάριτι καί εὐλογίᾳ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις δέ καί εὐχαῖς τῆς Παναγίας τῆς Μετεωριτίσσης καί τῶν ἁγίων Κτιτόρων τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς, Ὁσίων Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτου καί Ἰωάσαφ (Ἰωάννου) τοῦ βασιλέως καί μοναχοῦ, τῶν ὁσιομαρτύρων Πατέρων αὐτῆς Νικοδήμου καί Δανιήλ καί πάντων τῶν ἐν αὐτῇ ἐν ἀσκήσει καί σεμνῇ πολιτείᾳ ὁσίως τελειωσάντων τόν ἐν γῇ βίον αὐτῶν Πατέρων καί Ἀδελφῶν, ὡς καί πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει διαλαμψάντων ἐν Μετεώροις Ἁγίων, «κληθείς κλήσει ἁγίᾳ κατά χάριν τήν δοθεῖσαν μοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Τιμ. α, 9), διηκονήσαμεν καί ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Ἡγουμένου, ἐπί τριακονταπενταετίαν ὅλην, τήν Ἱεράν Μονήν ἡμῶν πάσῃ δυνάμει καί ψυχικῇ ἀντοχῇ, διά παντοίων προσπαθειῶν, κόπων, θυσιῶν, ἀγώνων καί ἀγωνιῶν, ἐν μέσῳ πλήθους ἐμποδίων, συκοφαντιῶν, παγίδων, δοκιμασιῶν, τάς ὁποίας ἐπέτρεψεν ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ καί διά τάς ὁποίας εὐχαριστοῦμεν Αὐτόν ἐκ βάθους ψυχῆς καί καρδίας. Σᾶς διαβεβαιοῦμεν, Σεβασμιώτατε, ὅτι αὐταί ὑπῆρξαν ἀπό τάς πλέον σημαντικάς αἰτίας πνευματικῆς ὡριμότητος καί πολυπλεύρου ὠφελείας. Αὐτός μόνος, ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς Θεός, καί οἱ Ὅσιοι Κτίτορες τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῶν Ἁγίων Μετεώρων γνωρίζουν τά τῆς ἡμῶν καρδίας καί ψυχῆς. Δόξα σοι ὁ Θεός πάντων ἔνεκεν!
Ὅμως, Σεβασμιώτατε, κατόπιν ὡρίμου σκέψεως καί ἐσωτερικῆς πληροφορίας, πού ἐνισχύθησαν καί ἐστερεώθησαν καί διά τῆς θαυμαστῆς ἐπεμβάσεως καί ἀπροσδοκήτου παρεμβάσεως τοῦ τά πάντα ποιοῦντος καλά λίαν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν Θεοῦ ἡμῶν, ὁ Ὁποίος φιλανθρώπως οἰκονόμησε τήν ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾷ Μονῇ -ὅν τρόπον Ἐκεῖνος γνωρίζει καί παραχωρεῖ- ἔλευσιν τοῦ πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Νήφωνος Καψάλη, ἀνδρός τιμίου, ἐναρέτου, φιλαγίου, φιλακολούθου, εὐλαβεστάτου Λειτουργοῦ, Ὑπηρέτου καί πιστοῦ οἰκονόμου τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ἀλλά κυρίως καί προπάντων κληρικοῦ περί τήν Ὀρθόδοξον πίστιν τῶν Πατέρων ἡμῶν ὑγιαίνοντος καί διακρατοῦντος τά ἱερά δόγματα αὐτῆς ὡς θησαυρόν ἀνεκτίμητον, ὁδηγούμεθα, χάριτι Θεοῦ, εἰς τήν στερράν ἀπόφασίν μας νά ἀποδεσμευθοῦμε ἀπό τό βάρος τῶν διοικητικῶν μας καθηκόντων, πού ἐπί σειρά ἐτῶν μᾶς ἐπεσώρευσαν περισσήν ψυχικήν, πνευματικήν καί σωματικήν κόπωσιν.
Σεβασμιώτατε,
Διά τῆς μετά χεῖρας ἐπιστολῆς ἡμῶν ταύτης, ἐν ἐσωτερικῇ ἀγαλλιάσει, ψυχικῇ ἀνατάσει καί ἐγκαρδίῳ δοξολογίᾳ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, σήμερον τήν 25ην τοῦ μηνός Ἰουλίου 2010, ἑορτήν τῆς κοιμήσεως τῆς Ἁγίας Ἄννης καί τῆς Ὁσίας Εὐπραξίας, ὑποβάλλομεν τήν ἐκ τῆς Ἡγουμενίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως-Μεγάλου Μετεώρου παραίτησιν ἡμῶν, οἰκείᾳ βουλήσει καί ἡμετέρᾳ γνώμῃ καί οὐχί λόγῳ ἔξωθεν καταναγκασμοῦ ἤ βίας τινός.
Πιστεύομεν ὅτι, χάριτι καί δυνάμει καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ ἡμῶν, παρά τάς κατ’ ἄνθρωπον ἐλλείψεις καί ἀτελείας ἡμῶν, μετά τήν παρέλευσιν τριάκοντα πέντε ἐτῶν μοναχικῆς βιοτῆς ἐκ τῶν ὁποίων τά εἴκοσι τέσσαρα διετέλεσα ἡγούμενος καί μάλιστα εἰς μίαν Μονήν τῶν Ἁγίων Μετεώρων μέ πλεῖστα ὅσα πνευματικά, διοικητικά, διαχειριστικά καί κοινωνικά προβλήματα καί ὑποχρεώσεις, ἔχομεν συμπληρώσει τόν κύκλον τῆς διακονίας μας εἰς τόν συγκεκριμένον τομέα ἔχοντας πράξει, χάριτι Θεοῦ, τό κατά δύναμιν διά τήν βίωσιν καί διαφύλαξιν τοῦ ἀποστολοπαραδότου ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ καί τήν παράδοσίν του ἀνοθεύτου καί ἀναλλοιώτου εἰς τήν ἐπερχομένην γενεάν, καθώς καί διά τήν διασφάλισιν ἀλωβήτου καί ἀπαραβιάστου τοῦ ἱεροῦ μας χώρου τῶν Ἁγίων Μετεώρων.
Σεβασμιώτατε,
Δι’ ὅλους τούς ἀνωτέρω λόγους παρακαλοῦμεν ἵνα εὐλογήσητε τήν, κατά τόν Ἐσωτερικόν Κανονισμόν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἡμῶν, ἐκλογήν νέου Καθηγουμένου ἐν αὐτῇ.
Παραιτούμενοι τῆς ἡγουμενίας δέν ἀποχωροῦμεν ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας ἡμῶν, μή γένοιτο, ἥν ὡς μοναχός, ἱερομόναχος καί Καθηγούμενος αὐτῆς διηκονήσαμεν. Θά ἐξακολουθήσομεν καί ὡς Προηγούμενος καί ἁπλοῦς ἀδελφός αὐτῆς νά τήν διακονοῦμεν, ὅση ἡμῖν δύναμις, καί ὅσο ἡ ὑγεία μας ἐπιτρέπει, διότι γνωρίζομεν ὅτι ζῶμεν εἰς καιρούς χαλεπούς καί δυσχειμέρους, κατά τούς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι –καί τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμη– «οὐκ ἀνέχονται τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας (τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως), ἀλλά κατά τάς ἐπιθυμίας τάς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύουσι διδασκάλους, κνηθόμενοι τήν ἀκοήν καί ἀπό μέν τῆς ἀληθείας τήν ἀκοήν ἀποστρέφουσι, ἐπί δέ τούς μύθους ἐκτρέπονται» (Β΄ Τιμ. δ, 3-4).
Εὐχηθῆτε, Σεβασμιώτατε, εἰς τόν ἀναδειχθησόμενον νέον Ἡγούμενον καί τούς ἀδελφούς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μας νά διάγωμεν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοίᾳ καί «σύνεσιν ἐν πᾶσι» καί νά μνημονεύωμεν καί ὁμολογοῦμεν πάντοτε «Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν» (Β΄ Τιμ. β, 7-10).
Σεβασμιώτατε,
Εὐλογητός ὁ Θεός ὁ ἐλεήσας ἡμᾶς καί δεδοξασμένον τό Ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Παραδίδομεν τήν Ἡγουμενίαν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως-Μεγάλου Μετεώρου ὡς αὐτήν ἀνελάβαμεν: μηδέν ἔχοντες, μηδέν κατέχοντες, μηδέν διακρατοῦντες τῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ ἀνηκόντων, μηδέ πολύτιμον, μηδέ λεπτόν νομίσματος. Παρακαλοῦμε μόνον τόν Κύριον ἡμῶν ἵνα δώσῃ «τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ ἐκτελέσαι» καί, ὅταν Ἐκεῖνος εὐδοκήσει, νά εἶναι διά τῶν εὐχῶν Σας «χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά καί καλήν ἀπολογίαν ἐνώπιον Αὐτοῦ» νά ἔχωμεν.
Συγχωροῦμεν ἐκ βάθους ψυχῆς καί καρδίας πάντας τούς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον μᾶς ἠδίκησαν ἤ ἐσυκοφάντησαν ἤ ἐπίκραναν ἤ ἐλύπησαν καί ἐξαιτούμεθα τήν συγχώρησιν παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰτίας μας ἐθλίβησαν ἤ ἐπικράνθησαν ἤ ἠδικήθησαν κατά τήν πολυετῆ διακονίαν ἡμῶν εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ μας. Ὁ Θεός ὡς φιλάνθρωπος νά εὐλογῇ καί νά ἁγιάζῃ ὅλους καί νά τούς χαρίζῃ τά ἀγαθά τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς.
Δόξα τῷ Θεῷ καί Πατρί!
Δόξα τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ!
Δόξα τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τῷ φωτίσαντι τόν ἄχρι τοῦ νῦν βίον ἡμῶν!
Δόξα τῇ Ὑπεραγίᾳ Θεοτόκῳ τῇ Μετεωριτίσσῃ καί προστασίᾳ ἡμῶν!
Δόξα τοῖς ἁγίοις πατράσι τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μονῆς, τοῖς ἡμετέροις ὁδηγοῖς, συνοδίταις καί συμπορευταῖς!
Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ἡμῶν πάντων ἔνεκεν!
Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ καί εὐλαβείας πολλῆς
Ὁ Καθηγούμενος
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως-
Μεγάλου Μετεώρου
Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου
Απάντηση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας στον Καθηγητή κ. Τσελεγγίδη
Με ύβρεις και ειρωνείες αντί επιχειρημάτων απαντά στον Καθηγητή κ. Τσελεγγίδη ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος εμμένοντας στην αντορθόδοξη θέση του περί διηρημένης Εκκλησίας.
Αναδημοσιεύουμε την απαντητική επιστολή του από την ιστοσελίδα amen.gr όπου, όμως, δεν δημοσιεύται γιά λόγους αντικειμενικότητας και δεοντολογίας και η Επιστολή του κ. Τσελεγγίδη.
Καλαμάτα 15 Ιουλίου 2010
Αναδημοσιεύουμε την απαντητική επιστολή του από την ιστοσελίδα amen.gr όπου, όμως, δεν δημοσιεύται γιά λόγους αντικειμενικότητας και δεοντολογίας και η Επιστολή του κ. Τσελεγγίδη.
Καλαμάτα 15 Ιουλίου 2010
Προς
Τον Ελλογιμώτατον
Καθηγητήν κ. Δημ. Τσελεγγίδην
Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης
Θεολογική Σχολή
Τμήμα Θεολογίας
541 Τομέα Δογματικής Θεολογίας
24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τον Ελλογιμώτατον
Καθηγητήν κ. Δημ. Τσελεγγίδην
Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης
Θεολογική Σχολή
Τμήμα Θεολογίας
541 Τομέα Δογματικής Θεολογίας
24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελλογιμώτατε Κύριε Καθηγητά,
Έλαβα την από 7-7-2010 επιστολή Σας και προσπάθησα να απαντήσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, και όχι όπως Εσείς μετά από παρέλευση περίπου ενός έτους, με δικαιολογίες, τις οποίες μπορώ να χαρακτηρίσω τουλάχιστον παιδαριώδεις.
Α. Σας διαφεύγει, Κύριε Καθηγητά, ότι :
1) Κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε μία φορά δια ζώσης στην Αθήνα, ως μέλη Εκλεκτορικού Σώματος, και επικοινωνήσαμε τηλεφωνικώς άλλες δύο φορές για ανάλογη υπόθεση και ουδεμία συζήτηση η υπόδειξη μου κάνατε η κάποια επιφύλαξη μου εκφράσατε για το σχετικό θέμα.
2) Ορθώς αναφέρατε στην επιστολή της 5-10-2009, ότι σκοπός Σας ήταν, όπως «εν όψει της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, ουσιαστικά», να υπενθυμίσετε ο,τι «η Κανονική τάξη της Εκκλησίας επιβάλλει : α) Να γνωστοποιηθεί το θέμα στους σεπτούς Ιεράρχες μας. β) Να τεθεί το θέμα στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να συζητηθεί με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό (προσχέδιο) της Επιτροπής, να τοποθετηθεί η Ιεραρχία και να εκδώσει τη Συνοδική της πρόταση. Και γ) ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας να μεταφέρει στην Κύπρο τη Συνοδική της τοποθέτηση, και εντός των ορίων της να κινηθεί και ο ίδιος», (αυτό άλλωστε ήταν και το μοναδικό αίτημά Σας).
Όπως καλώς γνωρίζετε η ΙΣΙ του μηνός Οκτωβρίου (16/2009) σε δύο πολύωρες Συνεδρίες της (μία απογευματινή και μία πρωϊνή), συνεζήτησε το θέμα επί μακρόν και εξέδωσε το παρακάτω Ανακοινωθέν, με το οποίον και έδωσε απαντήσεις προς τα αιτήματά Σας. Ειδικότερα στο Ανακοινωθέν μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι :
«Οι Εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας στον συγκεκριμένο διάλογο έχουν σαφή γνώση της Ορθοδόξου Θεολογίας, της Εκκλησιολογίας και της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και προσφέρουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους προς το σκοπό «της των πάντων ενώσεως», «εν αληθεία» και μέσα στα απαραίτητα θεολογικά πλαίσια και τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων».
Εσείς βέβαια και οι ομόφρονές Σας έχετε το δικαίωμα να διαφοροποιηθήτε από την παρούσα Συνοδική απόφαση και επίσης να την αμφισβητείτε, αλλά και μετά την διαφοροποίησή Σας να συνεχίζετε να ανήκετε στην Εκκλησία (!!!)
Έλαβα την από 7-7-2010 επιστολή Σας και προσπάθησα να απαντήσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, και όχι όπως Εσείς μετά από παρέλευση περίπου ενός έτους, με δικαιολογίες, τις οποίες μπορώ να χαρακτηρίσω τουλάχιστον παιδαριώδεις.
Α. Σας διαφεύγει, Κύριε Καθηγητά, ότι :
2) Ορθώς αναφέρατε στην επιστολή της 5-10-2009, ότι σκοπός Σας ήταν, όπως «εν όψει της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, ουσιαστικά», να υπενθυμίσετε ο,τι «η Κανονική τάξη της Εκκλησίας επιβάλλει : α) Να γνωστοποιηθεί το θέμα στους σεπτούς Ιεράρχες μας. β) Να τεθεί το θέμα στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να συζητηθεί με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό (προσχέδιο) της Επιτροπής, να τοποθετηθεί η Ιεραρχία και να εκδώσει τη Συνοδική της πρόταση. Και γ) ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας να μεταφέρει στην Κύπρο τη Συνοδική της τοποθέτηση, και εντός των ορίων της να κινηθεί και ο ίδιος», (αυτό άλλωστε ήταν και το μοναδικό αίτημά Σας).
Όπως καλώς γνωρίζετε η ΙΣΙ του μηνός Οκτωβρίου (16/2009) σε δύο πολύωρες Συνεδρίες της (μία απογευματινή και μία πρωϊνή), συνεζήτησε το θέμα επί μακρόν και εξέδωσε το παρακάτω Ανακοινωθέν, με το οποίον και έδωσε απαντήσεις προς τα αιτήματά Σας. Ειδικότερα στο Ανακοινωθέν μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι :
«Οι Εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας στον συγκεκριμένο διάλογο έχουν σαφή γνώση της Ορθοδόξου Θεολογίας, της Εκκλησιολογίας και της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και προσφέρουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους προς το σκοπό «της των πάντων ενώσεως», «εν αληθεία» και μέσα στα απαραίτητα θεολογικά πλαίσια και τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων».
Εσείς βέβαια και οι ομόφρονές Σας έχετε το δικαίωμα να διαφοροποιηθήτε από την παρούσα Συνοδική απόφαση και επίσης να την αμφισβητείτε, αλλά και μετά την διαφοροποίησή Σας να συνεχίζετε να ανήκετε στην Εκκλησία (!!!)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
*


