Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Εισήγηση Πρωτοπρ. Θεόδωρου Ζήση, στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)


ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Γιατί ἀπέσυρε τὸ φλέγον θέμα ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος;
1. Ἡ ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ τοῦ 1924 διέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα καὶ προκάλεσε διαιρέσεις
Ἕνα ἀπὸ τὰ φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα ποὺ ἐκαλεῖτο νὰ ἀντιμετωπίσει  μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶΜεγάλη Σύνοδος ἦτο καὶ τὸ θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισηςτῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίουτὴν ὁποία,χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφασημονομερῶς καὶ πραξικοπηματικῶςἐπέβαλαν ἀπὸ τὸ 1924 τὸ ΟἰκουμενικὸΠατριαρχεῖο καὶ  Ἐκκλησία τῆς ἙλλάδοςΤὴν μεταρρύθμιση δέχθηκε καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες Ὀρθόδοξες ᾽Εκκλησίες ἀντέδρασαν καὶ τὴν ἀπέρριψαν, ὅπως τὰ τρία πρεσβυγενῆ πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, οἱ λοιπὲς Ἐκκλησίες καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ἡ ἀντισυνοδική, ἀντικανονικὴ καὶ ἀναμφιβόλως λανθασμένη αὐτὴ ἐνέργεια, ποὺ δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ καμμία ποιμαντικὴ ἀναγκαιότητα, ἐτραυμάτισε τὴν ἑνότητα τῆς ᾽Εκκλησίας ἑορτολογικὰ καὶ λειτουργικά, ἡ ὁποία ἑνότητα ἐπὶ δεκαέξι αἰῶνες, ἀπὸ τὴν Α´ δηλαδὴ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325), ποὺ καθόρισε τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, παρέμενε ἀδιατάρακτη.

Εισήγηση Αρχιμ. Αθανάσιου Αναστασίου Προηγούμενου Μεγάλου Μετεώρου στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)



«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»
Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες
Ἐπιστημονική Θεολογική Ἡμερίδα. Πειραιᾶς, Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016,
Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας, Αἴθουσα «Μελίνα Μερκούρη»

Ἀρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου
Ἡ συμμετοχή τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.
Μία Πανορθόδοξη Σύνοδος χωρίς τό ὀρθόδοξο πλήρωμα




Σεβασμιώτατοι,
Ἅγιοι Καθηγούμενοι,
Ἁγιορείτικο λῆμμα τῆς καλῆς ἁγιοπατερικῆς ὁμολογίας,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ὁσιώτατοι Μοναχοί,
Ὁσιώτατες Γερόντισσες καί μοναχές
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Καθηγητές,
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,
    
Με­λε­τών­τας κα­νείς τήν ἱ­στο­ρί­α τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι αὐ­τές συγ­κα­λοῦν­ταν κά­θε φο­ρά πού κά­ποι­α αἵ­ρε­ση ἀ­πει­λοῦ­σε τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἀ­λή­θειας καί τήν ἔκ­φρα­σή της ἀ­πό τό Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό σῶ­μα.
Στούς ἀν­τί­πο­δες αὐ­τῆς τῆς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, δέν ὁ­ρι­ο­θε­τεῖ τήν πί­στη ἔ­ναν­τι τῆς αἱ­ρέ­σε­ως. Ἀν­τί­θε­τα, μά­λι­στα, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­θώς ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὡς «Ἐκ­κλη­σί­ες» καί τούς αἱ­ρε­τι­κούς, πα­πι­κούς καί προ­τε­στάν­τες. Νο­μι­μο­ποι­εῖ, δη­λα­δή, καί ἀ­να­γνω­ρί­ζει θε­σμι­κά τήν αἵ­ρε­ση.
Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό, ὄ­χι μό­νον δέν στη­ρί­ζε­ται στήν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα τήν ὑ­πο­βαθ­μί­ζει, τήν ὑ­πο­τι­μᾶ, τήν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­εῖ καί τήν πα­ρα­βλέ­πει. Ὑ­πο­βαθ­μί­ζει, ὑ­πο­τι­μᾶ καί πα­ρα­βιά­ζει τήν δογ­μα­τι­κή καί ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ, τόν ὁποῖο καί ἀ­πο­κλεί­ει παν­τε­λῶς. Ὅ­πως πο­λύ εὔ­στο­χα πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Πει­ραι­ῶς κ. Σε­ρα­φείμ: «Δέν θά ἦ­ταν κα­θό­λου ὑ­περ­βο­λή νά λε­χθεῖ ὅ­τι ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη Σύ­νο­δος θά εἶ­ναι μιά Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος χω­ρίς Ὀρ­θο­δό­ξους»[1].
Ὑ­πο­βαθ­μί­ζει, δη­λα­δή, αὐτή ἡ Σύνοδος καί πα­ρα­βλέ­πει ὅ­λη τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας ἱ­στο­ρί­α[2], ἡ ὁ­ποί­α μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι στά θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως ἦ­ταν πάν­το­τε ἐ­νερ­γός ἡ συμ­με­το­χή τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ[3]. Ἦ­ταν, δη­λα­δή, πάν­το­τε ἐ­νερ­γός ἡ συμ­με­το­χή τῶν κλη­ρι­κῶν, τῶν μο­να­χῶν καί τῶν λα­ϊ­κῶν. Ὁ Ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος Στου­δί­της το­νί­ζει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ὅ­τι: «Εἶ­ναι ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου νά μή σι­ω­πᾶ­με ὅ­ταν κιν­δυ­νεύ­ει ἡ Πί­στη.­.. ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά τήν πί­στη, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με· Ἐ­γώ ποι­ός εἶ­μαι; Εἶ­μαι ἱ­ε­ρέ­ας; Ὄ­χι. Ἄρ­χον­τας; Οὔ­τε. Στρα­τι­ώ­της; Ἀ­πό ποῦ; Γε­ωρ­γός; Οὔ­τε καί αὐ­τό. Εἶ­μαι φτω­χός, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας μό­νο τήν κα­θη­με­ρι­νή μου τρο­φή. Δέν ἔ­χω λό­γο, οὔ­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τό θέ­μα αὐ­τό. Ἀλ­λοί­μο­νο! Οἱ πέ­τρες θά κρά­ξουν, καί σύ μέ­νεις σι­ω­πη­λός καί ἀ­δι­ά­φο­ρος;­.­.. Ὥ­στε ἀ­κό­μα καί ὁ φτω­χός τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως δέν θά ἔ­χει καμ­μιά δι­και­ο­λο­γί­α, ἄν τώ­ρα δέν μι­λᾶ, για­τί θά κρι­θεῖ καί μό­νο γι’ αὐ­τό»[4].
Ὁ πι­στός λα­ός τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ ἔ­σχα­τος κρι­τής τῆς ὀρ­θό­τη­τος καί τῆς ἐγ­κυ­ρό­τη­τος τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε Συ­νό­δου· εἶ­ναι αὐ­τός, πού μέ τήν γρη­γο­ροῦ­σα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή καί δογ­μα­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐ­πι­κυ­ρώ­νει ἤ ἀ­πορ­ρί­πτει αὐ­τά πού ἀ­πο­φαί­νον­ται οἱ Σύ­νο­δοι. Ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος: «...καί οἱ λα­ϊ­κοί εἶ­ναι μάρ­τυ­ρες τῆς ἀ­λη­θεί­ας, εἶ­ναι ποι­μέ­νες (ἐμ­μέ­σως) τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι συ­νερ­γοί τῶν Ποι­μέ­νων, ἀ­κό­μα συμ­με­τέ­χουν ὡς σύμ­βου­λοι στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους καί ἐ­πί πλέ­ον δέ­χον­ται ἤ ἀ­πορ­ρί­πτουν τίς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Ὁ λα­ός (κλῆ­ρος καί λα­ϊ­κοί) δέν δέ­χθη­καν τήν ἕ­νω­ση τῶν «Ἐκ­κλη­σι­ῶν» πού ἔ­γι­νε στή Φερ­ρά­ρα-Φλω­ρεν­τί­α»[5].

Εισήγηση Καθηγητή κ. Δημ. Τσελεγγίδη στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)




ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ
«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»
Με­γά­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α, χω­ρίς προσ­δο­κί­ες
Τε­τάρ­τη, 23 Μαρ­τί­ου 2016, 09.00-21.00
Στά­διο Εἰ­ρή­νης καί Φι­λί­ας
Αἴ­θου­σα: «Με­λί­να Μερ­κού­ρη», Πει­ραι­ᾶς

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ

Θέ­μα: «Μπο­ρεῖ μί­α Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων
νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους
καί νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κά τήν ἕ­ως τώ­ρα ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας;»
(Ἡ πρό­κλη­ση τῆς μέλ­λου­σας νά συ­νέλ­θει Με­γά­λης Συ­νό­δου)

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι, Σε­βα­στοί Πα­τέ­ρες, Ἀ­γα­πη­τοί καί ἀ­γα­πη­τές Σύ­νε­δροι καί ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί!
Ἀ­πό τή θέ­ση αὐ­τή αἰ­σθά­νο­μαι τό χρέ­ος, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω -ἐκ καρ­δί­ας καί δη­μο­σί­ως- τόν φι­λό­ξε­νο καί φλο­γε­ρό ἀ­γω­νι­στή Οἰ­κο­δε­σπό­τη, τόν Ποι­μέ­να τόν κα­λό, τόν τι­μη­θέν­τα κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη καί ἐ­ξαι­ρέ­τως μέ τόν ὀ­νει­δι­σμό τοῦ Χρι­στοῦ, τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραι­ῶς κ. Σε­ρα­φείμ, γιά τήν με­γα­λει­ώ­δη πα­νελ­λα­δι­κή δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ πα­ρόν­τος Θε­ο­λο­γι­κοῦ-Ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου, καί μά­λι­στα τήν κρί­σι­μη αὐ­τή χρο­νι­κή στιγ­μή, γιά τήν ὑ­πεύ­θυ­νη ἐ­νη­μέ­ρω­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή τό πραγ­μα­τευ­ό­με­νο ἐ­δῶ θέ­μα ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη Ὀρ­θό­δο­ξη καί μό­νη, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α.
Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος φαί­νε­ται, ἀ­πό τήν ἕ­ως τώ­ρα δι­α­δι­κα­σί­α καί θε­μα­το­λο­γί­α της, νά δι­α­ψεύ­δει τό ἐ­πί­δο­ξο ὄ­νο­μά της.
Μά­λι­στα, θά μπο­ρού­σα­με βά­σι­μα νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με, ὅ­τι κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση εἶ­ναι Ἁ­γί­α. Καί αὐ­τό τό λέ­με, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐλ­λείμ­μα­τος συ­νο­δι­κό­τη­τας, πού ἔ­χει. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ σο­βα­ροῦ ἐλ­λείμ­μα­τος Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας, πού τήν δι­έ­πει. Τό με­γά­λο ἔλ­λειμ­μα Ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας πι­στο­ποι­εῖ­ται, ἀ­ναμ­φι­βό­λως καί κα­τε­ξο­χήν, ἀ­πό τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, πού εἰ­ση­γεῖ­ται στό πρός ψή­φι­ση Κεί­με­νο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι σα­φές, ὅ­τι ἡ ἐν λό­γω Σύ­νο­δος δέν εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι Ἁ­γί­α. Ἀλ­λά, κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση, εἶ­ναι καί Με­γά­λη. Μᾶλ­λον, θά ἔ­πρε­πε νά αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ ὡς μι­κρή, ἀ­φοῦ σ’ αὐ­τήν θά πα­ρευ­ρε­θοῦν λί­γοι, καί μά­λι­στα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γήν Ἐ­πί­σκο­ποι. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι μιά δι­ηυ­ρη­μέ­νη Σύ­νο­δος Προ­κα­θη­μέ­νων. Ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν θά εἶ­ναι ἀ­πόν­τες καί χω­ρίς δυ­να­τό­τη­τα ψή­φου ἀ­πό ἐ­κεῖ, ὅ­που ἀ­ναγ­κα­στι­κά βρί­σκον­ται, ἀ­δυ­να­τών­τας ἔ­τσι νά ἐκ­φρά­σουν τήν δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἀ­πό τήν Ἑλ­λα­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α θά πα­ρευ­ρε­θοῦν σ’ αὐ­τήν λι­γό­τε­ροι τοῦ ἑ­νός τρί­του τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της, ἐ­νῶ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας οὔ­τε τό ἕ­να δέ­κα­το τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οὔ­τε οἱ πα­ρόν­τες Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν ἄ­με­ση ψῆ­φο, στήν ἐν λό­γω Σύ­νο­δο, ἀ­φοῦ καί αὐ­τή ἡ ψῆ­φος τους θά ἐκ­φρα­στεῖ μό­νον διά τοῦ Πρώ­του, καί μό­νον ἐ­άν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φοῦ­σα ψῆ­φος, στό πλαί­σιο τῆς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας τῆς Το­πι­κῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Πρᾶγ­μα, σα­φῶς ἀν­τι-Κα­νο­νι­κό καί ἀ­μάρ­τυ­ρο στήν Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά μιά πα­ρω­δί­α Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου, στήν ὁ­ποί­α δέν θά εἶ­ναι πα­ρόν­τες ὅ­λοι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Ἐ­πί­σκο­ποι. Ἔ­τσι, ἄ­θε­λά μας, μᾶς πα­ρα­πέμ­πει καί στήν ἐ­πί δι­κτα­το­ρί­ας «ἀ­ρι­στίν­δην» Σύ­νο­δο! Ἀλ­λά καί τήν «ἀ­ρι­στίν­δην» τήν ξε­περ­νᾶ κα­τά πο­λύ σέ ἀν­τι­κα­νο­νι­κό­τη­τα.
Στό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θέ­μα­τός μας, ἄν μπο­ρεῖ δη­λα­δή μιά Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἡ εὐ­θεί­α καί εἰ­λι­κρι­νής ἀ­πάν­τη­ση, ἀ­πε­ρί­φρα­στα, εἶ­ναι ἀρ­νη­τι­κή. Κα­μί­α Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος δέν μπο­ρεῖ νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἐ­άν βέ­βαι­α θέ­λει νά ἐκ­φρά­σει ἀ­λα­θή­τως τή δι­α­χρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὡς τῆς μό­νης Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, σύμ­φω­να πάν­τα μέ τόν Ὅ­ρο, τόν γνω­στό καί ὡς Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
Τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς πι­στευ­ό­με­να καί βι­ού­με­να ἀ­πό τούς πι­στούς, εἶ­ναι σω­τή­ρια. Ἔ­χουν δη­λα­δή σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, για­τί συμ­πυ­κνώ­νουν τό ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι θε­αν­θρώ­πι­νη, καί δι­ο­χε­τεύ­ε­ται μυ­στη­ρια­κῶς στό σῶ­μα της ἀ­πό τήν ζω­ο­ποι­ό καί θε­ο­ποι­ό Κε­φα­λή της, τόν Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ, τόν Ἕ­να τῆς Τριά­δος.
Οἱ Ἐ­πί­σκο­ποί μας δέν πη­γαί­νουν στίς Συ­νό­δους, γιά νά ψη­φί­σουν ὅ­σα ἄλ­λοι Ἐ­πί­σκο­ποι καί Θε­ο­λό­γοι ἑ­τοί­μα­σαν πρίν ἀ­π’ αὐ­τούς καί χω­ρίς αὐ­τούς, ἀλ­λά γι’ αὐ­τούς. Πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δέν πη­γαί­νουν, γιά νά ὑ­πο­γρά­ψουν ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τό Ἀ­να­κοι­νω­θέν τῆς μέλ­λου­σας Συ­νό­δου. Ἡ πρά­ξη αὐ­τή ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς συ­νο­δι­κό­τη­τας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐμ­παιγ­μό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς ἀ­νώ­τα­τοι ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί ἡ­γέ­τες τῶν Το­πι­κῶν τους Ἐκ­κλη­σι­ῶν, προ­κει­μέ­νου νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σουν -«ἐ­πί ἴ­σοις ὅ­ροις» μέ τούς συ­νε­πι­σκό­πους τους- τήν ὀρ­θή δι­δα­σκα­λί­α τῆς πί­στε­ως καί νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἔ­ναν­τι τῶν νέ­ων ἀμ­φι­σβη­τή­σε­ων καί προ­κλή­σε­ων ἐν­τός τῶν νέ­ων δε­δο­μέ­νων, πάν­το­τε τα­πει­νά, ὡς «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις πα­τρά­σι». Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό, ἐ­νερ­γοῦν σύμ­φω­να μέ τήν Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Ἐ­δῶ, ἀ­πε­ρί­φρα­στα καί μέ κά­θε σα­φή­νεια, πρέ­πει νά ποῦ­με, ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κά­ποι­ος Ἐ­πί­σκο­πος ὡς «Πρῶ­τος ἄ­νευ ἴ­σων» (p­r­i­m­us s­i­ne p­a­r­i­b­us). Τό «Πρῶ­τος ἄ­νευ ἴ­σων» πού ξε­στό­μι­σε ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Προύσ­σης Ἐλ­πι­δο­φό­ρος, εἰ­ση­γεῖ­ται τήν μο­νο­κρα­το­ρί­α στήν Ἐκ­κλη­σί­α, πρᾶγ­μα πού προ­ϋ­πο­θέ­τει, οὐ­σι­α­στι­κά, τήν κα­τά­λυ­ση τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νο­δι­κό­τη­τας. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­σοι Ἐ­πί­σκο­ποι τό προ­βάλ­λουν γιά τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη, συγ­χέ­ουν ἀ­νε­πί­τρε­πτα τά «Πρε­σβεῖ­α τι­μῆς» μέ τήν πα­πι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Πρω­τεί­ου καί σφάλ­λουν δογ­μα­τι­κῶς, εὑ­ρι­σκό­με­νοι «εἰς πλά­νην οἰ­κτράν». Ἡ θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­μάρ­τυ­ρη ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α.Ὅ­ταν ὅ­μως συμ­βαί­νει, ὅ­πως τε­λευ­ταῖ­α, νά λέ­γε­ται, πα­ρα­πέμ­πει στήν αἱ­ρε­τι­κή δο­ξα­σί­α τοῦ πα­πι­κοῦ πρω­τεί­ου, ὅ­πως εἴ­πα­με. Καί τό ἀ­κό­μη τρα­γι­κό­τε­ρο εἶ­ναι, ὅ­ταν τό Πρω­τεῖ­ο αὐ­τό ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νά θε­με­λι­ω­θεῖ στό Τρι­α­δι­κό δόγ­μα, ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Αὐ­τή ἡ δο­ξα­σί­α σα­φῶς αἱ­ρε­τί­ζει, ἀ­φοῦ εἰ­σά­γει κα­τά Δυ­τι­κή ἀ­πο­μί­μη­ση, τήν ἱ­ε­ραρ­χι­κή τά­ξη στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἡ ὁ­ποί­α βέ­βαι­α εἶ­ναι «ὑ­πέρ πᾶ­σαν τά­ξιν», κα­τά τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ.
Σέ πρό­σφα­τη Ἐ­πι­στο­λή μας πρός ὅ­λους τούς Ἐ­πι­σκό­πους τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­νά τόν κό­σμον, στίς 3-2-2016, ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ὅ­τι «οἱ ἐμ­πνευ­στές καί συν­τά­κτες» τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου Κει­μέ­νου, «ἐ­πι­χει­ροῦν μιά θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ Συγ­κρη­τι­στι­κοῦ - Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ μέ μιά ἀ­πό­φα­ση Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου». Ἐ­άν ψη­φι­στεῖ τό Κεί­με­νο αὐ­τό: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», δη­μι­ουρ­γεῖ­ται μέ­γι­στο πρό­βλη­μα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως, τό­σο γιά ὅ­σους Ἐ­πι­σκό­πους τό ψη­φί­σουν, ὅ­σο καί γιά ὅ­σους ἀ­πό τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θά τό ἀ­πο­δε­χτοῦν στήν πρά­ξη. Καί τοῦ­το, για­τί τό δογ­μα­τι­κό αὐ­τό ἀ­τό­πη­μα ἔ­χει τήν ἀ­να­φο­ρά του σέ Ὅ­ρο Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Μέ τό πα­ρα­πά­νω Κεί­με­νο, δη­λα­δή, δί­νε­ται ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς αἱ­ρε­τι­κούς ἤ ἑ­τε­ρο­δό­ξους τῆς Δύ­σε­ως (Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κους καί Προ­τε­στάν­τες), δι­ευ­ρυ­νο­μέ­νων ἔ­τσι, αὐ­θαι­ρέ­τως, τῶν Κα­νο­νι­κῶν ὁ­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Εἰ­δι­κό­τε­ρα, τό ἀ­τό­πη­μα τοῦ πα­ρα­πά­νω Κει­μέ­νου ση­μαί­νει, πρα­κτι­κῶς, ἄρ­νη­ση συγ­κε­κρι­μέ­νου ἄρ­θρου τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τό ὁ­ποῖ­ο ὁ­ρί­ζει σα­φῶς, ὅ­τι ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στεύ­ου­με εἰς Μί­αν, Ἁ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί Ἀ­πο­στο­λι­κήν Ἐκ­κλη­σί­αν. Στά Πρα­κτι­κά τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου δι­α­βά­ζου­με καί τίς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες ἀ­πό τή μή ἀ­κρι­βῆ ἀ­πο­δο­χή τοῦ Συμ­βό­λου της. «Ὅ­ποι­ος προ­σθέ­σει ἤ ἀ­φαι­ρέ­σει καί μί­α λέ­ξη ἀ­πό τό Σύμ­βο­λο-Ὅ­ρο αὐ­τό, νά ἀ­να­θε­μα­τί­ζε­ται, νά κα­θαι­ρεῖ­ται καί νά ἀ­φο­ρί­ζε­ται». Δη­λα­δή, πρα­κτι­κῶς, νά ἀ­πο­κό­πτε­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς αἱ­ρε­τι­κός. Τά σχε­τι­κά ἀ­να­θέ­μα­τα ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν καί οἱ ἑ­πό­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι.
Ὅ­ταν λοι­πόν ὑ­πο­στη­ρί­ζου­με τά πα­ρα­πά­νω, δέν ἀ­πει­λοῦ­με αὐ­θαί­ρε­τα κα­νέ­ναν. Ἁ­πλῶς, «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», κα­τα­θέ­του­με -ἐμ­πό­νως καί τα­πει­νῶς- τίς σα­φεῖς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες, πού ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­με­τα­κλή­τως ἀ­πό τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους γιά ὅ­σους ἀ­θε­τοῦν τήν δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό ἄρ­θρο 6 τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου Κει­μέ­νου εἰ­ση­γεῖ­ται πνευ­μα­τι­κό ἔγ­κλη­μα σέ βά­ρος τῆς ἴ­διας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή ἐ­πι­χει­ρεῖ νά δι­α­φθεί­ρει τό σω­τή­ριο δόγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ας μας. Μέ ἄλ­λη ἀ­φορ­μή, κα­τά τό πα­ρελ­θόν, σέ Ἐ­πι­στο­λή μας πρός Ἑλ­λα­δί­τη Ἐ­πί­σκο­πο, ἀν­τι­πρό­σω­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, στούς Δι­με­ρεῖς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους, ἀ­να­φερ­θή­κα­με ἐ­κτε­νῶς στό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα αὐ­τό θέ­μα. Θά ὑ­πεν­θυ­μί­σω κά­ποι­α ση­μεῖ­α τῆς Ἐ­πι­στο­λῆς αὐ­τῆς, ἐ­πει­δή δι­α­τη­ροῦν πλή­ρως τήν ἐ­πι­και­ρό­τη­τά τους καί  ἑρ­μη­νεύ­ουν τή στο­χευ­μέ­νη με­θο­δο­λο­γί­α τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Ρω­τού­σα­με τό­τε: «Μέ ποι­ά αἴ­σθη­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σέρ­χον­ται οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί της στόν Δι­με­ρῆ Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο; Ἀ­κό­μα πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­σέρ­χε­ται ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας διά τῶν ἐκ­προ­σώ­πων της ὡς ἡ Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α; Ἤ ὡς δι­η­ρη­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­ζη­τᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἑ­νό­τη­τά της στήν ἕ­νω­σή της μέ τούς κα­τά και­ρούς ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό αὐ­τήν ἑ­τε­ρο­δό­ξους; Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με εἰς «Μί­αν... Ἐκ­κλη­σί­αν». Ἀ­πό τήν δι­α­τύ­πω­ση αὐ­τή τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως προ­κύ­πτει, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα, ὡς θε­με­λι­ώ­δης ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἑ­νός –στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὡς ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς Μί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας-, εἶ­ναι τό ἀ­σφα­λές δε­δο­μέ­νο τῆς πί­στε­ώς μας. Στή συ­νεί­δη­ση τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ἑ­νό­τη­τά της εἶ­ναι δε­δο­μέ­νο ὀν­το­λο­γι­κό, ἀ­πο­λύ­τως καί ἀ­με­τα­κλή­τως δι­α­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­πό τήν Κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πό τόν Χρι­στό, διά τῆς συ­νε­χοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τος σ’ αὐ­τήν, ἤ­δη ἀ­πό τήν Πεν­τη­κο­στή. Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας -ὡς δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια- ἐκ­φρά­ζει τό­σο τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της, ὅ­σο καί τήν πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α της. Ἄν ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι Μί­α –κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως- τό­τε, μέ τήν συ­νε­πῆ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α καί κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες, οὔ­τε μη­τέ­ρες, ἀ­δελ­φές, θυ­γα­τέ­ρες καί ἐγ­γο­νές ἐκ­κλη­σί­ες, οὔ­τε φυ­σι­κά τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο εἶ­ναι Μη­τέ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν συ­νε­πῆ θε­ο­λο­γι­κή-ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Ἡ Μί­α καί μό­νη –ἀ­δι­αί­ρε­τη πάν­τα– Ἐκ­κλη­σί­α γεν­νᾶ ὡς πνευ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα, μυ­στη­ρια­κῶς, «δι’ ὕ­δα­τος καί πνεύ­μα­τος» τά μέ­λη της. Δέν γεν­νᾶ ἄλ­λες ἐκ­κλη­σί­ες. Οἱ κα­τά τό­πους Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν φα­νέ­ρω­ση «ἐν τό­πῳ καί χρό­νῳ» τῆς Μί­ας καί μό­νης Ἐκ­κλη­σί­ας. Οὔ­τε, βέ­βαι­α, μπο­ρεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νά εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να Μί­α καί δι­η­ρη­μέ­νη, για­τί δι­αί­ρε­ση ση­μαί­νει κα­τά­τμη­ση ἑ­νός ὅ­λου σέ δύ­ο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­ρη. Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ θε­ώ­ρη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δι­η­ρη­μέ­νης, σή­με­ρα, ἀν­τί­κει­ται σα­φῶς στήν ρη­τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πρᾶγ­μα πού συ­νε­πά­γε­ται –κα­τά τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων– κα­θαί­ρε­ση καί ἀ­φο­ρι­σμό, κα­τά πε­ρί­πτω­ση, σέ ὅ­ποι­ον ἐμ­μέ­νει στη θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή».
Τά λέ­με καί τώ­ρα αὐ­τά ἀ­κρι­βῶς, ἐ­πει­δή τό συγ­κε­κρι­μέ­νο Ἄρ­θρο 6 -τοῦ ὑ­πο­βαλ­λο­μέ­νου Κει­μέ­νου πρός ἔγ­κρι­ση ἀ­πό τήν μέλ­λου­σα καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο- ἐμ­φα­νί­ζει κα­τά ἀν­τι­φα­τι­κό καί ἐν­τε­λῶς ἀ­θε­ο­λό­γη­το τρό­πο τήν  Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φ’ ἑ­νός ὡς τήν «Μί­αν... Ἐκ­κλη­σί­αν», καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου τήν ἐκ­πε­φρα­σμέ­νη διά τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων της –καί ὄ­χι μό­νο- ἄ­πο­ψη, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες «Ἐκ­κλη­σί­ες» –σα­φῶς ἑ­τε­ρό­δο­ξες–, τήν ἱ­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­να­γνω­ρί­ζει καί στο­χεύ­ει στήν ἑ­νό­τη­τα μέ αὐ­τές. Οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Οἰ­κου­με­νι­στές, δη­λα­δή, θε­ω­ροῦν τίς ἑ­τε­ρό­δο­ξες Θρη­σκευ­τι­κές Κοι­νό­τη­τες ὡς τμή­μα­τα τῆς δῆ­θεν δι­η­ρη­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν δῆ­θεν ἐ­πα­νέ­νω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀν­τί νά ἐρ­γά­ζον­ται γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή τους. Ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν ἑ­νό­τη­τα μέ αὐ­τές, πα­ρά τό γε­γο­νός, ὅ­τι αὐ­τές δέν δη­λώ­νουν -ἕ­ως καί σή­με­ρα- κα­μί­α δι­ά­θε­ση ἀρ­νή­σε­ως τῶν δογ­μα­τι­κῶν ἀ­πο­κλί­σε­ών τους ἀ­πό τήν Μί­α καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α. Αὐ­τό ὅ­μως εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ πα­ναι­ρε­τι­κός -πνευ­μα­τι­κῶς δυ­σώ­δης- καί πο­νη­ρό­τα­τος Συγ­κρη­τι­στι­κός Οἰ­κου­με­νι­σμός. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­κρι­βο­λο­γοῦ­με θε­ο­λο­γι­κά, ὅ­ταν μι­λοῦ­με γιά Οἰ­κου­με­νι­στι­κή κα­κο­δο­ξί­α, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει καί συ­νο­δι­κά νά κα­τα­δι­κα­στεῖ.
Τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά θλι­βε­ρό εἶ­ναι ἀ­κό­μη, ὅ­τι ὅ­λα σχε­δόν τά Κεί­με­να τῆς Ε΄ Προ­συ­νο­δι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως, πού ἦρ­θαν ὡς θέ­μα­τα τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου -ὅ­ταν συμ­βαί­νει νά γνω­ρί­ζει κα­νείς καί τήν προ­ϊ­στο­ρί­α τους-, δι­α­πνέ­ον­ται λί­γο ἤ πο­λύ ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πο­νη­ρί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ. Γι’ αὐ­τό καί κυ­ρι­αρ­χοῦν­ται ἀ­πό ἀν­τι­φά­σεις καί σκό­πι­μες ἀ­σά­φει­ες, πού ἐ­πι­δέ­χον­ται πολ­λές ἑρ­μη­νεῖ­ες. Καί τοῦ­το σέ σα­φῆ ἀν­τί­θε­ση πρός τά σω­τή­ρια δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού δι­α­κρί­νον­ται γιά τήν σα­φή­νεια, τήν ἀ­κρί­βεια καί τήν πλη­ρό­τη­τα τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν νο­η­μά­των τους.
Ἐ­πει­δή τά δόγ­μα­τα τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων χρι­στια­νῶν ἀ­πο­τε­λοῦν τήν συμ­πύ­κνω­ση τῆς δυσ­σε­βοῦς ζω­ῆς, ὅ­πως ἀν­τι­στοί­χως τά σω­τή­ρια καί εὐ­σε­βῆ δόγ­μα­τα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας συ­νι­στοῦν τήν συμ­πύ­κνω­ση καί ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση τῆς πί­στε­ως καί τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς της,
Καί ἐ­πει­δή τό πρός ψή­φι­ση ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ, δη­λα­δή δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα, Κεί­με­νο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», εἶ­ναι σα­φῶς Οἰ­κου­με­νι­στι­κό καί ὡς τέ­τοι­ο δι­α­φθεί­ρει καί κα­τα­λύ­ει ὑ­παρ­ξια­κῶς τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, κα­θε­αυ­τήν, καί τήν συ­νε­πα­γό­με­νη ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή της,
Γι’ αὐ­τό,
Ἀ­πευ­θυ­νό­με­νοι ἀ­πό τό Θε­ο­λο­γι­κό αὐ­τό Συ­νέ­δριο, Σε­βα­στοί μας Συ­νο­δι­κοί Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς μέλ­λου­σας, «Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης» Συ­νό­δου –πα­ρά τόν σε­βα­σμό στόν θε­σμό πού ἐκ­προ­σω­πεῖ­τε καί πα­ρά τόν σε­βα­σμό στό σε­πτό πρό­σω­πό Σας, κα­θε­αυ­τό-, ἐ­μεῖς πα­ρα­μέ­νον­τας «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», Σᾶς δη­λώ­νου­με μέ παρ­ρη­σί­α, μέ κά­θε σα­φή­νεια καί με­τά λό­γου γνώ­σε­ως, ὅ­τι δέν θά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τήν ἐν­δε­χό­με­νη κα­κή ἐ­πι­λο­γή Σας νά ὑ­περ­ψη­φί­σε­τε τό πα­ρα­πά­νω Οἰ­κου­με­νι­στι­κό Κεί­με­νο, ἀλ­λά καί κά­θε ἄλ­λη δι­ά­τα­ξη τῶν Κει­μέ­νων, ἐ­φ’ ὅ­σον συμ­βαί­νει αὐ­τά νά ἀν­τί­κειν­ται στό δι­α­χρο­νι­κά εὐ­σε­βές φρό­νη­μα τῆς Ἁ­γι­ω­τά­της Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί τοῦ­το, για­τί ἡ εὐ­σέ­βεια ἀ­πορ­ρέ­ει καί προ­κύ­πτει ἀ­πό τήν κα­θα­ρό­τη­τα καί ἀ­κρί­βεια τῆς δογ­μα­τι­κά ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νης πί­στε­ώς μας.
Ἀ­κό­μη εἰ­δι­κό­τε­ρα, τό Ἄρ­θρο 6 τοῦ Κει­μέ­νου: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», πού κα­τα­τέ­θη­κε πρός ψή­φι­ση ἀ­πό τούς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θά λά­βουν μέ­ρος, ὡς συ­νο­δι­κοί, στήν μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο, οὐ­σι­α­στι­κά εἰ­ση­γεῖ­ται ἕ­να εἶ­δος «πο­λι­τι­κοῦ γά­μου» μέ ἑ­τε­ρο­γε­νῆ συμ­βαλ­λό­με­να μέ­ρη. Πρό­κει­ται, δη­λα­δή, γιά ἕ­να μή φυ­σι­ο­λο­γι­κό γά­μο. Γι’ αὐ­τό καί τά συμ­βαλ­λό­με­να μέ­ρη δέν μπο­ροῦν νά γί­νουν ἕ­να ὀρ­γα­νι­κό σῶ­μα, καί κυ­ρί­ως ἕ­να πνεῦ­μα, στό ὁ­ποῖ­ο στο­χεύ­ει ὁ χρι­στι­α­νι­κός, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός γά­μος. Ἐ­δῶ, τό συγ­κε­κρι­μέ­νο Ἄρ­θρο 6 εἰ­ση­γεῖ­ται ἕ­να εἶ­δος πνευ­μα­τι­κῆς συμ­βι­ώ­σε­ως -ἑ­νώ­σε­ως- τοῦ Πνεύ­μα­τος τῆς Ἀ­λη­θεί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα τῆς πο­νη­ρί­ας, τά ὁ­ποῖ­α δι­έ­πουν τίς ἑ­τε­ρό­δο­ξες λε­γό­με­νες ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς θε­σμι­κῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τους ἀ­πό τά εὐ­σε­βῆ δόγ­μα­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ὅ­μως «ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κός γά­μος» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος, ὡς ἀ­συμ­βί­βα­στος μέ τήν ὥς τώ­ρα καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νες δι­α­χρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Κα­νείς ἀ­πο­λύ­τως, προ­σω­πι­κῶς ἤ θε­σμι­κῶς, δέν δι­και­οῦ­ται νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κά τά ὥς τώ­ρα ὅ­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ὁ­ρί­στη­καν ἀ­πα­ρεγ­κλί­τως ἀ­πό τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἀ­δι­α­νό­η­το νά ὀ­νο­μα­στοῦν καί νά ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν, ὡς ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­κεῖ­νες οἱ Θρη­σκευ­τι­κές Κοι­νό­τη­τες, πού ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά φρο­νοῦν ὅ,τι καί ἐ­κεῖ­νοι πού κα­τα­δι­κά­στη­καν, κα­θαι­ρέ­θη­καν καί ἀ­φο­ρί­στη­καν τε­λε­σι­δί­κως καί ἀ­πο­κό­πη­καν ἀ­πό τήν Μί­α καί μό­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς αἱ­ρε­τι­κοί. Ἄν οἱ αἱ­ρε­σιά­ρχες ὀ­νο­μά­στη­καν ἀ­πε­ρι­φρά­στως ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὡς πνευ­μα­τι­κῶς «φρε­νο­βλα­βεῖς», καί ἀ­πό τήν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «ὡς ἀ­νιά­τως νο­σή­σαν­τες», πῶς πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θοῦν ἤ νά ὀ­νο­μα­στοῦν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν θε­σμι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων λε­γο­μέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν, Ψευ­δο­εκ­κλη­σι­ῶν, ἰ­σο­τί­μως πρός τίς Το­πι­κές Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες;
Κα­τά συ­νέ­πεια, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο Θε­ο­λο­γι­κά -Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά καί πνευ­μα­τι­κά- μιά Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους. Κά­τι τέ­τοι­ο θε­ω­ρη­τι­κά καί πρα­κτι­κά εἶ­ναι αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α, πού ὁ­μο­λο­γοῦ­με στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως, δέν μπο­ρεῖ νά αὐ­το­κτο­νή­σει -ὄ­χι μό­νο για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πα­ρά­λο­γο, ἀλ­λά καί για­τί αὐ­τό ἀν­τί­κει­ται στήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς Θε­αν­θρω­πί­νου, Ζω­ο­ποι­οῦ, Μυ­στη­ρια­κοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος νί­κη­σε τόν θά­να­το καί οἰ­κο­δό­μη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του, ἔ­τσι ὥ­στε, κα­τά τήν ἀ­ψευ­δῆ δι­α­βε­βαί­ω­σή Του, «πῦ­λαι Ἄ­δου οὐ κα­τι­σχύ­σου­σιν αὐ­τῆς» (Ματθ. 16,18). Ἑ­πο­μέ­νως, ὁ πα­ρών ἀ­γώ­νας ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μᾶς τούς ἴ­διους, ὡς Ὀρ­θο­δό­ξους πι­στούς, γιά τό χρέ­ος τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας μας ἐν Χρι­στῷ καί ὄ­χι τήν Ἐκ­κλη­σί­α, κα­θε­αυ­τήν.
Ἡ «Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­ας μας» -ἔ­γρα­φε ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της σέ Ἐπι­στο­λή του πρός τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­θη­να­γό­ρα στίς 23/1/1969- «δέν ἔ­χει καμ­μί­αν ἔλ­λει­ψιν. Ἡ μό­νη ἔλ­λει­ψις πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, εἶ­ναι ἡ ἔλ­λει­ψις σο­βα­ρῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν καί Ποι­μέ­νων μέ πα­τε­ρι­κές ἀρ­χές. Εἶ­ναι ὀ­λί­γοι οἱ ἐ­κλε­κτοί, ὅ­μως δέν εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ καί Αὐ­τός τήν κυ­βερ­νά­ει».
Οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι βρί­σκον­ται -θε­σμι­κά- «εἰς χώ­ραν μα­κράν» τῆς πα­τρι­κῆς οἰ­κί­ας. Ὁ μό­νος τρό­πος νά βρε­θοῦν στήν πα­τρι­κή «χώ­ρα τῶν ζών­των» εἶ­ναι νά ἐ­πι­στρέ­ψουν ἐν με­τα­νοί­ᾳ ἀ­πό ἐ­κεῖ πού ἔ­φυ­γαν. Νά ἀρ­νη­θοῦν τήν ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α τους, γιά νά μπο­ρέ­σουν νά ἐν­τα­χθοῦν στό Ζω­ο­ποι­ό, Μυ­στη­ρια­κό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ.
Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Σύ­νο­δος, ἄν δέν κα­τα­δι­κά­σει ἀ­πε­ρί­φρα­στα τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό καί ἄν δε­χτεῖ τά Κεί­με­να, πού συ­νι­στοῦν τήν θε­μα­το­λο­γί­α της ὡς ἔ­χουν, ἤ ἄν προ­βεῖ σέ τρο­πο­ποι­ή­σεις, πού δέν ἀ­φαι­ροῦν τό ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα πού τά δι­α­πνέ­ει, δέν πρό­κει­ται νά τήν ἀ­πο­δε­χτεῖ τό χρι­στε­πώ­μυ­μο πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού θέ­λει πάν­το­τε νά εἶ­ναι «ἑ­πό­με­νο τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι». Οἱ ὅ­ποι­ες ἀ­πο­φά­σεις της μέ Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα, θά πα­ρα­μεί­νουν κε­νό γράμ­μα γιά τόν πι­στό λα­ό, τόν φύ­λα­κα τῆς πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­τά τήν Συ­νο­δι­κή Ἀ­πό­φα­ση τῶν Πα­τρια­ρχῶν τοῦ 1848.
Ἡ ἴ­δια ἡ μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος, στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, θά πα­ρα­μεί­νει στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α ὡς Ψευ­δο­σύ­νο­δος, ὅ­πως ἐ­κεί­νη τοῦ 449 στήν Ἔ­φε­σο, ὅ­πως ἐ­κεί­νη τῆς Λυ­ών καί ὅ­πως ἐ­κεί­νη τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας.
Ἐ­μεῖς θά προ­σευ­χό­μα­στε, ἐμ­πό­νως, νά δο­θεῖ ἡ σύγ­χρο­νη μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἀ­πό τούς συν-ο­δι­κούς Ἐ­πι­σκό­πους, πρός δό­ξαν τοῦ ἐν Τριά­δι Θε­οῦ καί πρός εὐ­α­ρέ­στη­ση τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.
Ἄ­με­ση καί ὀρ­γα­νι­κή σχέ­ση μέ τό πρός Εἰ­σή­γη­ση θέ­μα μας, ἄν μπο­ρεῖ δη­λα­δή μί­α Σύ­νο­δος Ὀρ­θο­δό­ξων νά προσ­δώ­σει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἔ­χει καί τό Ἄρ­θρο 20 τοῦ ἴ­διου Κει­μέ­νου: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον». Τό Ἄρ­θρο αὐ­τό εἶ­ναι, πο­νη­ρῶς, ἀ­σα­φές καί δη­μι­ουρ­γεῖ θε­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ὑ­πο­νο­ού­με­νης πα­ρερ­μη­νεί­ας τῶν Κα­νό­νων στούς ὁ­ποί­ους ἀ­να­φέ­ρε­ται. Τί λέ­ει, ἀ­κρι­βῶς, τό Ἄρ­θρο αὐ­τό; «Αἱ προ­ο­πτι­καί τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Δι­α­λό­γων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας με­τά τῶν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται πάν­το­τε ἐ­πί τῇ βά­σει τῶν κα­νο­νι­κῶν κρι­τη­ρί­ων τῆς ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νης Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Πα­ρα­δό­σε­ως (Κα­νό­νες 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων)­».
Θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στούς Κα­νό­νες αὐ­τούς δι’ ὀ­λί­γων καί σέ σχέ­ση μέ τό θέ­μα μας. Μέ ἄλ­λα λό­για, στό Ἄρ­θρο αὐ­τό γί­νε­ται λό­γος γιά τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Πα­ρά­δο­ση, ὅ­πως αὐ­τή δι­α­μορ­φώ­θη­κε μέ τά κρι­τή­ρια τῶν Κα­νό­νων 7 τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς καί 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς. Ἀλ­λά, οἱ ἐν λό­γῳ Κα­νό­νες ἀ­να­φέ­ρον­ται, πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν τρό­πο ἐν­τά­ξε­ως στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ἐ­κεί­νων, πού ἀρ­νοῦν­ται τήν αἵ­ρε­σή τους, πού ἐκ­φρά­ζουν τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἐν­τα­χθοῦν στήν «με­ρί­δα τῶν σω­ζο­μέ­νων», δη­λα­δή στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που καί μό­νον σώ­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.
Ὡς ἐκ τού­του, εἶ­ναι προ­φα­νές, ὅ­τι τό ὑ­πο­νο­ού­με­νο τῆς δι­α­τυ­πώ­σε­ως τοῦ Ἄρ­θρου 20: «Αἱ προ­ο­πτι­καί τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Δι­α­λό­γων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας με­τά τῶν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν», συν­δέ­ε­ται ὀρ­γα­νι­κῶς μέ τό Ἄρ­θρο 6, ὅ­που γί­νε­ται ἐ­πί­σης λό­γος γιά τούς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους «μέ ἀν­τι­κει­με­νι­κόν σκο­πόν», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μει­ώ­νε­ται, «πρός προ­λεί­αν­σιν τῆς ὁ­δοῦ τῆς ὁ­δη­γού­σης πρός τήν ἑ­νό­τη­τα». Τό «πε­ρί­ερ­γο» εἶ­ναι, ὅ­τι σέ κα­νέ­να Ἄρ­θρο τοῦ εἰ­σα­γό­με­νου πρός συ­ζή­τη­ση καί ψή­φι­ση Κει­μέ­νου δέν γί­νε­ται λό­γος γιά κά­ποι­ες προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἤ κρι­τή­ρια ἀ­πο­δο­χῆς καί ἐν­τά­ξε­ως τῶν δι­α­λε­γο­μέ­νων στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ἐ­πει­δή οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες Κα­νό­νες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, μέ κά­θε σα­φή­νεια, θέ­τουν τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τές καί τά κρι­τή­ρια, τό­σο στίς πε­ρι­πτώ­σεις πού θά πρέ­πει νά τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­κρί­βεια ὅ­σο καί στίς πε­ρι­πτώ­σεις πού μπο­ρεῖ νά ἰ­σχύ­ει ἡ οἰ­κο­νο­μί­α -ὡς προ­σε­κτι­κοί ἀ­να­γνῶ­στες- ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε, ὅ­τι οἱ Εἰ­ση­γη­τές τοῦ ἐ­πί­μα­χου Κει­μέ­νου μᾶς πα­ρα­πέμ­πουν ἀ­νο­μο­λό­γη­τα στή λε­γό­με­νη «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α». Θε­ω­ροῦν, δη­λα­δή, ὅ­τι οἱ δι­α­λε­γό­με­νοι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί καί Προ­τε­στάν­τες εἶ­ναι βα­πτι­σμέ­νοι χρι­στια­νοί. Ἀλ­λά ἀ­να­γνώ­ρι­ση μυ­στη­ρί­ων ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δέν ὑ­φί­στα­ται. Ἁ­πλῶς ὑ­πάρ­χουν δι­α­βαθ­μι­σμέ­νοι τρό­ποι ἀ­πο­δο­χῆς τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν.
Οἱ Κα­νό­νες ὅ­μως 7 καί 95 εἰ­ση­γοῦν­ται τήν ἀ­πο­δο­χή τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά Οἰ­κο­νο­μί­α, μέ τή θε­με­λι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση-κρι­τή­ριο ὅ­τι ἔ­χει τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­κρί­βεια τοῦ τύ­που τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, δη­λα­δή ἡ τρι­πλῆ κα­τά­δυ­ση καί ἀ­νά­δυ­ση. Αὐ­τή ἀ­κρι­βῶς ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση δέν τη­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς Δυ­τι­κούς δι­α­λε­γο­μέ­νους χρι­στια­νούς μέ μᾶς. Οἱ Δυ­τι­κοί μέ ἀ­πό­φα­ση Οἰ­κου­με­νι­κῆς κα­τ’ αὐ­τούς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Τρι­δέν­τῳ τῆς Ἰ­τα­λί­ας (1545-1563), κα­θι­έ­ρω­σαν -ἀν­τί τῆς τρι­πλῆς κα­τα­δύ­σε­ως- τήν διά ραν­τι­σμοῦ ἤ ἐ­πι­χύ­σε­ως νε­ροῦ ἐ­πί τῆς κε­φα­λῆς, τήν ὑ­πο­κα­τά­στα­ση, δη­λα­δή, τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος.
Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ γιά τούς Δυ­τι­κούς, ἐ­πει­δή οἱ Δυ­τι­κοί δέν ἔ­χουν τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιά τήν ἐ­φαρ­μο­γή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας, πού εἶ­ναι ἡ τή­ρη­ση τοῦ βα­πτι­σμα­τι­κοῦ τύ­που, ἡ τρι­πλῆ δη­λα­δή κα­τά­δυ­ση καί ἀ­νά­δυ­ση στό νε­ρό τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος. Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, ὅ­μως, δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ σέ ὅ­λους τούς Δυ­τι­κούς χρι­στια­νούς (Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς καί Προ­τε­στάν­τες) ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας καί ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ f­i­l­i­o­q­ue, τό ὁ­ποῖ­ο, εἰ­σά­γον­τας τήν ἰ­δι­ό­τυ­πη «υἱ­ο­πα­το­ρί­α» στήν ἐκ­πό­ρευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πα­ρα­πέμ­πει στήν «θε­ο­μά­χον τοῦ Σα­βελ­λί­ου συ­στο­λήν», κα­τά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ἤ στό «δόγ­μα τοῦ Σα­βελ­λί­ου», κα­τά τόν Ἅ­γιο Μᾶρ­κο τόν Εὐ­γε­νι­κό (βλ. M­a­n­si ­3­1­A, 832C), ἤ «εἰς ἕ­τε­ρόν τι τέ­ρας ἡ­μι­σα­βέλ­λιον», κα­τά τόν Μέ­γα Φώ­τιο (PG 102, 289ΑΒ). Καί τά λέ­με αὐ­τά πάν­το­τε, σύμ­φω­να μέ τόν Κα­νό­να 95 τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στούς Σα­βελ­λια­νούς, πού προ­σέρ­χον­ται στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, συ­νι­στᾶ -αἰτιολογημένα- τήν βά­πτι­σή τους, ὅ­πως καί τήν βά­πτι­ση τῶν Ἐ­θνι­κῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Κα­νό­νας αὐ­τός ὁ­ρί­ζει: «Εὐ­νο­μια­νούς μέν­τοι τούς εἰς μί­αν κα­τά­δυ­σιν βα­πτι­ζο­μέ­νους, καί Μον­τα­νι­στάς.­.. καί Σα­βελ­λια­νούς τούς υἱ­ο­πα­το­ρί­αν δο­ξά­ζον­τας.­.. πάν­τας τούς ἀ­π’ αὐ­τῶν θέ­λον­τας προ­στί­θεν­ται τῇ Ὀρ­θο­δο­ξί­ᾳ, ὡς Ἕλ­λη­νας δε­χό­με­θα.­.. ἐ­ξορ­κί­ζο­μεν με­τά τοῦ ἐμ­φυ­σᾶν τρί­τον εἰς τό πρό­σω­πον.­.. καί τό­τε βα­πτί­ζο­μεν».
Ἔ­χου­με τήν γνώ­μη, ὅ­τι οἱ λό­γοι τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας γιά τήν εἰσ­δο­χή τῶν Δυ­τι­κῶν Χρι­στια­νῶν ἔ­χουν ἐ­κλεί­ψει. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὑ­φί­σταν­ται διτ­τῶς, ὅ­πως προ­εί­πα­με, οἱ λό­γοι τῆς ἀ­κρι­βεί­ας τῶν μνη­μο­νευ­θέν­των Ἱ­ε­ρῶν Κα­νό­νων. Οἱ Δυ­τι­κοί ὀ­φεί­λουν νά κα­τη­χη­θοῦν, νά ἀ­να­θε­μα­τί­σουν τίς αἱ­ρε­τι­κές πλά­νες τους, νά ἐ­ξορ­κι­στοῦν καί νά βα­πτι­στοῦν, προ­κει­μέ­νου νά ἐν­τα­χθοῦν «τῇ με­ρί­δι τῶν σω­ζο­μέ­νων». Ἀ­πό τήν με­λέ­τη τῶν Πρα­κτι­κῶν τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων προ­κύ­πτει, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α οὐ­δέ­πο­τε προ­σέ­δω­σε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τα στούς αἱ­ρε­τι­κούς καί οὐ­δέ­πο­τε ἔ­δω­σε ἐγ­κυ­ρό­τη­τα στά μυ­στή­ρια τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων καί οὐ­δέ­πο­τε ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μί­α στά δόγ­μα­τα.
Σέ κά­θε ἐ­πο­χή, ὅ­πως καί στή δι­κή μας, μό­νο μί­α Σύ­νο­δος ὄν­τως Πα­νορ­θό­δο­ξη – Οἰ­κου­με­νι­κή, ἡ ὁ­ποί­α σα­φῶς εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φα­σί­σει Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά, ἄν στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση –μέ­σα στά νέ­α δε­δο­μέ­να– μπο­ρεῖ καί πρέ­πει νά ἐ­φαρ­μο­στεῖ ἡ ἀρ­χή τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ πα­ροῦ­σα ὅ­μως Σύ­νο­δος δέν ἔ­χει τίς πα­ρα­πά­νω ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ὅ­πως πολ­λα­πλῶς κα­τα­δεί­ξα­με. Ἐ­μεῖς, «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι» τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί ἐμ­φο­ρού­με­νοι ἀ­πό τό φρό­νη­μά τους, μέ­νου­με ἑ­δραῖ­οι στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καί ἀ­με­τα­κί­νη­τοι στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ὅ­πως δέν ἔ­κα­ναν Σχῖ­σμα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­σοι δέν ἀ­πο­δέ­χθη­καν τίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς Λη­στρι­κῆς Συ­νό­δου τοῦ 449 στήν Ἔ­φε­σο, ὅ­πως δέν ἀ­πο­σχί­στη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, μή ἀ­πο­δε­χό­με­νος τίς δογ­μα­τι­κῶς ἐ­σφαλ­μέ­νες μο­νο­θε­λη­τι­κές δι­δα­σκα­λί­ες ὅ­λων τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἀ­να­το­λῆς, καί ὅ­πως ὁ Ἅ­γιος Μᾶρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός δέν ἔ­κα­νε Σχῖ­σμα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀν­τι­τασ­σό­με­νος μό­νος αὐ­τός στήν Ψευ­δο­σύ­νο­δο τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας καί μή ὑ­πο­γρά­φον­τας τά Πρα­κτι­κά τῆς ψευ­δο­έ­νω­σης, ἔ­τσι καί ἐ­μεῖς θά μεί­νου­με πι­στοί στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί θά ἀ­πορ­ρί­ψου­με, με­τά βδε­λυγ­μί­ας, κά­θε ἐν­δε­χό­με­νη Συγ­κρι­τι­στι­κή-Οἰ­κου­με­νι­στι­κή θε­σμι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς μέλ­λου­σας προ­βλη­μα­τι­κῆς Συ­νό­δου.
Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή φρο­νοῦ­με, τα­πει­νῶς, ὅ­πως ὁ τῆς ὄν­τως θε­ο­λο­γί­ας φε­ρώ­νυ­μος Γρη­γό­ριος, ὅ­τι «κρεῖσ­σον ἐμ­πα­θοῦς ὁ­μο­νοί­ας, ἡ ὑ­πέρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας δι­ά­στα­σις» (Λό­γος 6, PG 35, 736). Θά προ­σευ­χώ­μα­στε κα­θη­με­ρι­νά, ἐμ­πό­νως, νά μήν ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός νά γί­νει ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη Σύ­νο­δος, για­τί εἶ­ναι ἀ­πό τήν σύν­θε­σή της καί ἀ­πό τήν θε­μα­το­λο­γί­α της φα­νε­ρώ­τα­το, ὅ­τι θά δη­μι­ουρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ἀ­π’ ὅ­σα φι­λο­δο­ξεῖ νά λύ­σει. Μή προ­κα­λοῦ­με καί μή λυ­ποῦ­με, θε­σμι­κά, τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Ἡ Πεν­τη­κο­στή εἶ­ναι γε­νέ­θλια ἡ­μέ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ Πεν­τη­κο­στή ἀ­φο­ρᾶ τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας καί τήν ἄ­κτι­στη ἑ­νο­ποι­ό καί θε­ο­ποι­ό ἐ­νέρ­γειά Του καί ὄ­χι τό πνεῦ­μα τῆς ἀ­κα­τα­στα­σί­ας καί πο­νη­ρί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἦλ­θε νά κα­τα­λύ­σει ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, ἡ Θε­αν­θρώ­πι­νη Κε­φα­λή, μέ τό ἔρ­γο τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας καί τήν ἀ­πο­στο­λή τοῦ Πνεύ­μα­τός της. Ὁ τρό­πος συγ­κρο­τή­σε­ως τῆς Συ­νό­δου καί ἡ θε­μα­το­λο­γί­α της δέν ἐκ­φρά­ζουν, στήν πρά­ξη, τό Πνεῦ­μα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς.
Αὐ­τή τήν Ἁ­γί­α καί συμ­βο­λι­κή ἡ­μέ­ρα, βλέ­που­με νά σχε­δι­ά­ζε­ται ἡ ἐ­πι­βο­λή τοῦ πνεύ­μα­τος τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἀν­τί­θε­τα πρός τό ἑ­νο­ποι­ό Πνεῦ­μα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, ὡς πνεῦ­μα τῆς πο­νη­ρί­ας, θά ἐ­νερ­γή­σει δι­α­σπα­στι­κά στήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, προ­σευ­χό­μα­στε νά ἀ­να­δεί­ξει ὁ Θε­ός ἕ­να νέ­ο Ἅ­γιο Μᾶρ­κο Εὐ­γε­νι­κό, γιά νά πε­ρι­σώ­σει τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό κῦ­ρος καί τήν ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τοῦ Ἐ­πι­σκο­πι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος, ὡς φο­ρέ­α τῆς θε­ω­τι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας, κα­τά τόν Ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο τόν Ἀ­ρε­ο­πα­γί­τη. Ἡ εὐ­θύ­νη τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν κά­θε Αὐ­το­κε­φά­λου Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι τε­ρά­στια ἔ­ναν­τι τῆς δογ­μα­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, ἔ­ναν­τι τοῦ Χρι­στοῦ, γιά τό ἔλ­λειμ­μα τῆς Κα­νο­νι­κό­τη­τας καί τῆς Συ­νο­δι­κό­τη­τας τῆς Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί τοῦ­το ἐ­πει­δή, τό­σο στό προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κό στά­διο, ὅ­σο καί στό τε­λι­κό, δέν ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε -σκο­πί­μως- τό σῶ­μα τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, δέν συ­νῆλ­θαν οἱ Το­πι­κές Σύ­νο­δοι, γιά νά ἀ­πο­φα­σί­σουν καί νά ἐγ­χει­ρή­σουν στόν ἀν­τι­πρό­σω­πο τῆς Το­πι­κῆς τους Ἐκ­κλη­σί­ας τήν ἀ­πό­φα­σή τους γιά τά προ­τει­νό­με­να Κεί­με­να, πού θά ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν τήν Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Οὔ­τε συ­νῆλ­θαν με­τά, γιά νά ἀ­πο­φα­σί­σουν, ἄν συμ­φω­νοῦν ἤ δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τά, στό προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κό στά­διο.
Καί τό χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι, ὅ­τι στό τε­λι­κό στά­διο δέν κλή­θη­καν νά συμ­με­τά­σχουν ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι στήν Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Πό­σο Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δος εἶ­ναι αὐ­τή, πού ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται μέ τόν ἀ­πο­κλει­σμό πολ­λῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ὡς ἐκ­φρα­στῶν τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν; Ἐ­άν δέν κα­λοῦν­ται ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, τό­τε τί νά ποῦ­με γιά τήν οὐ­σι­α­στι­κή ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Ὅ­ταν δη­λα­δή δέν κα­λοῦν­ται καί ἄλ­λοι Κλη­ρι­κοί, Ἡ­γού­με­νοι καί Μο­να­χοί, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὅ­που τούς δί­δε­ται καί λό­γος (λ.χ. Ζ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος);
Συ­νή­θως, στίς Πα­νορ­θο­δό­ξους Συ­νό­δους, ἡ σύ­νο­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ἀν­τι­προ­σω­πευ­ο­μέ­νη διά τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της, ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σε καί ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­το τήν πί­στη, ἔ­ναν­τι τῆς ἀμ­φι­σβη­τή­σε­ώς της ἀ­πό τούς αἱ­ρε­τι­κούς.
Σή­με­ρα, ἰ­σχύ­ει τό δι­α­με­τρι­κά ἀν­τί­θε­το. Συμ­βαί­νει ὅ,τι καί στίς Ψευ­δο­συ­νό­δους. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξα ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας κιν­δυ­νεύ­ει τώ­ρα ἀ­πό τούς ἀν­τι­προ­σώ­πους της –τούς θε­σμι­κούς φύ­λα­κές της-, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­χει­ροῦν νά εἰ­σά­γουν τήν αἵ­ρε­ση ἤ ἀ­κρι­βέ­στα­τα τήν πα­ναί­ρε­ση τοῦ δυσ­σε­βοῦς καί δυ­σώ­δους Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τόν ἀ­νώ­τα­το θε­σμι­κό τρό­πο, δη­λα­δή μέ μιά Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο. Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὅ­μως καί Οἰ­κου­με­νι­σμός εἶ­ναι «μεῖξις ἄ­μει­κτος καί τέ­ρας ἀλ­λό­κο­τον» (Ἁγ. Νι­κο­δή­μου Ἁ­γι­ο­ρεί­του Πη­δά­λιον, σελ. 109).
Δι­ε­ρω­τώ­με­θα, τί γί­νε­ται;
Δέν ἀ­πο­μέ­νει τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρά ἡ κα­τα­δί­κη μιᾶς τέ­τοι­ας Συ­νό­δου ἀ­πό τόν εὐ­σε­βῆ λα­ό τοῦ Θε­οῦ, για­τί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὀ­φεί­λει νά πα­ρα­μεί­νει στό νο­η­τό ὕ­ψος της, ὡς ἄ­σπι­λος «νύμ­φη τοῦ Χρι­στοῦ» (Ἐφ. 5,27). Εἴ­μα­στε, ἀ­πο­λύ­τως βέ­βαι­οι, ὅ­τι, ἄν ἡ μέλ­λου­σα Σύ­νο­δος κι­νη­θεῖ μέ συ­νέ­πεια στίς προ­δι­α­γρα­φές της, θά ἀ­κυ­ρω­θεῖ, ὡς Ψευ­δο­σύ­νο­δος, ἀ­πό ἑ­πό­με­νη Ὀρ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο, ὅ­πως ἀ­κυ­ρώ­θη­καν οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῶν Ψευ­δο­συ­νό­δων τῆς Ἐ­φέ­σου, τῆς Λυ­ών καί τῆς Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας ἀ­πό τίς Ὀρ­θό­δο­ξες Συ­νό­δους, πού ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι,
Ἐ­πει­δή, δέν συ­νῆλ­θε ἡ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, γιά νά πά­ρει θέ­ση ἔ­ναν­τι τῶν πρός συ­ζή­τη­ση καί ψή­φι­ση Κει­μέ­νων, θά ἤ­θε­λα νά θέ­σω ὑ­πό­ψη Σας καί ἕ­να ἀ­κό­μη πο­λύ σο­βα­ρό θέ­μα. Ἐ­δῶ καί ἕ­ναν αἰ­ῶ­να, ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ἔ­χει ἀ­φε­τη­ρί­α, τρο­φο­δό­τη καί ἡ­γέ­τη τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, δη­λα­δή τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη καί τήν πε­ρί αὐ­τόν Σύ­νο­δο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται τό ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ. Ἀ­να­παύ­ε­ται ὅ­μως –δυ­στυ­χῶς– καί σέ ὅ­λες σχε­δόν τίς Ἡ­γε­σί­ες τῶν Το­πι­κῶν Αὐ­το­κε­φά­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ἀλλά, ἀριθμητικά, καί στούς περισσότερους Ἀρχιερεῖς. Ἔ­τσι, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ μέ­χρι σή­με­ρα, ἀ­κά­θε­κτα, ὡς ὄ­φις, μέ­σα στά σπλά­χνα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, νά δη­λη­τη­ριά­ζει τό σῶ­μα τῆς ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός, κα­τά τήν «ἄ­νω­θεν» ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Χρι­στοῦ στόν ἅ­γιο Γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, δι­α­κα­τέ­χε­ται ἀ­πό τά πο­νη­ρά καί ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα. Τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο ἔ­χει -ἱ­στο­ρι­κά βε­βαι­ω­μέ­νο- τίς κα­κές ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς «πρω­τι­ές» στίς οἰ­κου­με­νι­στι­κές δι­α­κη­ρύ­ξεις καί πρά­ξεις του (τίς συμ­προ­σευ­χές δη­λα­δή μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἀλ­λά καί τούς ἑ­τε­ρο­θρή­σκους, τίς οἰ­κου­με­νι­στι­κές φι­λο­φρο­νή­σεις κ.τ.λ.).
Ὑ­πό τίς πα­ροῦ­σες ἱ­στο­ρι­κές συν­θῆ­κες τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τοῦ Οἰ­κου­με­νι­στι­κοῦ πνεύ­μα­τος στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος θά πρέ­πει –κα­τά τήν τα­πει­νή μας γνώ­μη- νά προ­βλη­μα­τι­στοῦν πο­λύ σο­βα­ρά, ἄν θά πρέ­πει νά ὑ­περ­ψη­φί­σουν τό Κεί­με­νο: «Τό Αὐ­τό­νο­μο καί ὁ τρό­πος ἀ­να­κη­ρύ­ξε­ως αὐ­τοῦ». Καί τοῦ­το, γιά τόν σο­βα­ρό­τα­το λό­γο τῆς ἰ­δι­ο­μόρ­φου σχέ­σε­ως τῶν Νέ­ων λε­γο­μέ­νων Χω­ρῶν μέ τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Εἶ­ναι πο­λύ ὑ­παρ­κτός ὁ κίν­δυ­νος νά ὑ­πα­χθοῦν, διά τῆς Αὐ­το­νό­μου Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ Νέ­ες Χῶ­ρες στήν ἀ­με­σό­τε­ρη δι­και­ο­δο­σί­α τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Ἐ­μεῖς, ὡς Βο­ρει­ο­ελ­λα­δί­τες, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς Οἰ­κου­με­νι­στι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, θέ­λου­με νά πα­ρα­μεί­νου­νε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶς στήν δι­και­ο­δο­σί­α τῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Δέν θέ­λου­με νά κυ­ρι­αρ­χού­μα­στε ἀ­πό τό ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νο Οἰ­κου­με­νι­στι­κό πνεῦ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές–πνευ­μα­τι­κές εὐ­θῦ­νες τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος στό πα­ρα­πά­νω θέ­μα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κῶς τε­ρά­στι­ες. Γι’ αὐ­τό καί τα­πει­νῶς, Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με, θερ­μῶς, ὡς πνευ­μα­τι­κούς μας Πα­τέ­ρες, νά ἀ­κού­σε­τε τήν ἔμ­πο­νη φω­νή μας.

Εὐ­χα­ρι­στῶ, γιά τήν προσοχή καί τήν ὑ­πο­μο­νή σας.

Εισήγηση Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)


Εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου στὴν Θεολογικὴ-Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα "Ἁγια καὶ Μεγάλη Σύνοδος" τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς, στὸ Στάδιο Εὶρήνης καὶ Φιλίας, 23 Μαρτίου 2016


Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Θεολογία καὶ Πολιτικὴ

Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα χαρίσματα τῶν Χριστιανῶν (Κληρικῶν, Μοναχῶν καί λαϊκῶν) πού εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἐγρηγοροῦσαν συνείδησιν, ἡ δέ μεγαλύτερη προσφορά τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως γράφει ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος (Καψάνης), εἶναι νά ἐνεργοποιῆ τήν ἐγρήγορση τῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν μάλιστα ὁ λαός τοῦ Θεοῦ σήμερα ἀφήνη ἐν πολλοῖς «ἀδρανές καί ἀνενέργητον τό χάρισμα τοῦτο». Ἡ ἐγρήγορση τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζωντανά.

Ἐμεῖς δέ οἱ Κληρικοί, παντός βαθμοῦ, καί οἱ λαϊκοί θεολόγοι ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη ὅταν δέν καλλιεργοῦμε στό ποίμνιό μας τήν «ἐγρήγορσιν τῆς συνειδήσεώς» του, ἀλλά ἀρκούμαστε σέ μιά κοινωνική διακονία καί σέ μιά πολιτιστική προσφορά, καί δέν προσφέρουμε τόν ὀρθόδοξο λόγο, πού εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας. Ἡ θεολογία, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς ζωντανούς ὀργανισμούς, ἤτοι τούς Προφήτας, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας, εἶναι μεγάλο χάρισμα, καί ἡ χάρη τῆς θεολογίας σώζει τόν ἄνθρωπο.

Αὐτή εἶναι μιά μικρή εἰσαγωγή γιά νά προχωρήσω στό θέμα μου, πού εἶναι: «θεολογία καί πολιτική» καί ὁπωσδήποτε ἔχει ἀναφορά στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», ἡ ὁποία πρόκειται νά συνέλθη, ὅπως ἔχει προγραμματισθῆ, κατά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ ἔτους πού διανύουμε. Πρόκειται ὄντως γιά μεγάλο ἐκκλησιαστικό γεγονός, τό ὁποῖο πρέπει νά κινηθῆ στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, νά εἶναι προϊόν «τῆς ἐγρηγορούσης συνειδήσεως» τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί φυσικά θά πρέπει νά ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν κοσμική πολιτική.

Εισήγηση Μητροπολίτου Γόρτυνος Ιερεμία στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)

 IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΓΙΑΧΒΕ
Σεβασμιώτατοι Πατέρες, Συλλειτουργοί Ἱερεῖς,
Ὁσιώτατοι Μοναχοί καί Μοναχές, Ἐλλογιμώτατοι Καθηγητές
καί ἐκλεκτέ λαέ τοῦ Θεοῦ,
Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή νά ὁμιλήσει καί  ταπεινότητά μουστήν Ἡμερίδα αὐτήτήν ὁποία διοργάνωσε  ἀγωνίαΠατέρων ἹεραρχῶνἹερέων καί Μοναχῶν καί ΘεολόγωνΚαθηγητῶν γιά τόν στηριγμό τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ λαοῦ τοῦ ΘεοῦΤό θέμα μου εἶναι «Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν γιά τήν καθαρότητα τῆς πίστης στόν Γιαχβέ». Τό θέμα αὐτό εἶναι πολύ σοβαρό, εἶναι ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη, καί, ὅπως τό ἐννοοῦμε, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐξαντληθεῖ στά στενά καί περιορισμένα ὅρια μιᾶς 20 λέπτου ὁμιλίας, ὅπως καθορίζει τό πρόγραμμα γιά τούς ὁμιλητές. Ὀλίγα μόνο γενικά θά πῶ γιά τό θέμα καί παρακαλῶ νά τά δεχθεῖτε. 

1. Ὅπως μᾶς εἶναι γνωστόν Μωυσῆςστήν θεοφάνειά του ἐκείνη στό ὄρος Σινᾶἔλαβε τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ,τόν ὁποῖον καί παρέδωσε στούς ᾽ΙσραηλῖτεςΑὐτή τήν «Μωσαϊκή θρησκεία», ἄς τήν ποῦμε ἔτσι, τήν κράτησαν οἱ Ἰσραηλῖτες κατά τήν πορεία τους στήν ἔρημο καθαρή,

Χαιρετισμός Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ στην ημερίδα για τη Μεγάλη Σύνοδο (23-03-2016)





Ἐν Πειραιεῖ τῇ 23 Μαρτίου 2016

 

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

 

Ἀκολουθεῖ ὁ χαιρετισμός τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ στήν ἡμερίδα «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ˙ Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες» πού διοργανώνεται ὑπό τήν αἰγίδα τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων i) Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, ii)Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων, iii) Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης καί iv) Πειραιῶς στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας στόν Πειραιᾶ τήν 23η Μαρτίου 2016.


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ :
«ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ˙
Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες»

Σεβασμιώτατοι, 
ΣεβαστΠατέρες,                                    
Ἐλλογιμώτατοι κ. Καθηγητές,                                                                                                      Σεβαστό Προεδρεῖο,                                                                                                                                                                                 
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,
Χαιρετίζω τήν πολύ νευραλγική σημερινή ἡμερίδα, πού διοργανώνουν οἱ Ἱερές Μητροπόλεις Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βάρης καί Βουλιαγμένης, Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων καί ἡ καθ’ ἡμᾶς Πειραιῶς καί Φαλήρου, καθώς καί ἡ Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν, μέ θέμα : «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος˙ Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες».
Ἡ ἰδέα τῆς συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶχε διατυπωθεῖ γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως μὲ ἔνα πρῶτο κατάλογο θεμάτων, στὸ «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1923 ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κυρό Μελέτιο Δ´ Μεταξάκη. Τὸ 1930 προωθήθηκε ἀπὸ τὴν ὀνομασθεῖσα «Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπή», ποὺ συνῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, ἡ ὁποία ἑτοίμασε ἕνα πρῶτο κατάλογο θεμάτων τῆς Συνόδου. Ὅμως, δυσμενεῖς ἱστορικὲς συνθῆκες δὲν ἐπέτρεψαν τὴν σύγκληση  τῆς Συνόδου πρὶν καὶ μετὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ἰδιαίτερα μάλιστα, ἐπειδὴ στὶς περισσότερες ὀρθόδοξες χῶρες ἐπεκράτησαν ἀθεϊστικὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα δυσκόλεψαν τὸ ἔργο καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν ἐκεῖ Ἐκκλησιῶν.

Παρακολουθήστε σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση τη Θεολογική Ημερίδα μεθέμα "Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Μεγάλη προετοιμασία χωρίς προσδοκίες"

* -Υπογράψτε την Ομολογία Πίστεως Εδώ - Διαβάστε τα πορίσματα της Ημερίδας « ‘’Πρωτεῖο’’, Συνοδικότης καί Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» - Δείτε το χαιρετισμό του Αρχ. Αναστασίου Μετεωτίτου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails