Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

ΝΕΟΣ ΙΣΠΑΝΟΣ ΟΥΝΙΤΗΣ «ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» ΑΘΗΝΩΝ!



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 8η Φεβρουαρίου 2016

ΝΕΟΣ ΙΣΠΑΝΟΣ ΟΥΝΙΤΗΣ «ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» ΑΘΗΝΩΝ!

   Με πραγματική οδύνη και θλίψη διαπιστώνουμε συνεχώς ότι το θηρίο της Ρώμηςφορώντας δορά προβάτου προχωρεί ακάθεκτο στην κατασπάραξη των λογικών προβάτων της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο υπερφίαλος βασιλιάς του «κράτους του Βατικανού» και καταληψίας του σεβασμίου Πατριαρχείου της Δύσεως, πάπας Φραγκίσκος, συνεχίζει ακάθεκτος το εδώ και δέκα αιώνες έργο των προκατόχων του, να υποτάξει ως «υποπόδιον των ποδών» του πάσα αρχή εξουσία, και φυσικά την φιλτάτη Ορθοδοξία μας.
    Μια από τις πλέον δόλιες μεθόδους και πρακτικές που επενόησε ποτέ ο Παπισμός εδώ και επτακόσια τόσα χρόνια απέναντι στην Ορθοδοξία, με σκοπό την απορρόφηση και τελικά την ενσωμάτωσή της στον Παπισμό, υπήρξε η Ουνία, την οποία δίκαια κάποιοι αποκαλούν ως «πέμπτη φάλαγγα» και ως «δούρειο ίππο» του Παπισμού. Αιώνες τώρα προσπαθεί να εξαπατά τους αφελείς με το να ντύνει τους φραγκοπαπάδες του με τα ενδύματα των Ορθοδόξων κληρικών, να χτίζει παπικούς ναούς με βυζαντινό ρυθμό και διακόσμηση και να τελεί τα «μυστήρια» και τις ακολουθίες του, χρησιμοποιώντας το Ορθόδοξο τυπικό. Η ιστορική πορεία και δράση της μέσα στον χώρο της Ορθοδοξίας είναι συνδεδεμένη με γεγονότα θλιβερά που προκαλούν φρίκη και αποτροπιασμό. Γεγονότα στα οποία ο δόλος και ο φανατισμός συναγωνίζονται την βία και την θηριωδία με σκοπό την υποδούλωση της Ορθοδοξίας στην παπική οφρύ.
   Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από μια ακόμη προκλητική ενέργεια του Βατικανού προς την Εκκλησία της Ελλάδος, με τον διορισμό νέου ουνίτη «επισκόπου», προερχομένου από την Ισπανία! Το ειδησεογραφικό ιστολόγιο «Ρομφαία»ανέδειξε το μείζον αυτό θέμα, με ένα εμπεριστατωμένο άρθρο, με τίτλο: «Ακατανόητοι ελιγμοί της Ρώμης…», χαρακτηρίζοντας ως «ακόμη ένα..."χαστούκι" από τη Ρώμη στην Εκκλησία της Ελλάδος την εκλογή και την επικείμενη ενθρόνιση στην Αθήνα νέου Αποστολικού Εξάρχου και μάλιστα Ισπανού Επισκόπου Καθολικού και Λατίνου για τους ολιγάριθμους Ουνίτες»!

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Για μια ακόμα φορά ο Πάπας Φραγκίσκος, προκλητικά προστατεύει την Ουνία στην Ουκρανία

ΓΙΑ ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ Ο ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΟΥΝΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ
O Πάπας Φραγκίσκος έστειλε ως ειδικό πρεσβευτή στην Ουκρανία, τον Καρδινάλιο Christoph Shoenborn της Βιέννης, για να γιορτάσει μαζί με την ‘’ελληνο-καθολική εκκλησία’’ της Ουκρανίας την 25η επέτειο από την επιστροφή στην νομιμότητα. Αυτό αναφέρεται σε  άρθρο  του Marco Tosatti στη Vatican insider, ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 2014 που τιτλοφορείται :  «Ουκρανία ο Πάπας γιορτάζει την 25η επέτειο της αναγέννησης των ‘’ελληνοκαθολικών’’» (Ucraina, il Papa celebra i 25 anni della rinascita Greco-cattolica).  Το αγωνιώδες ενδιαφέρον για την Ουνία, του «Αγιωτάτου» κατά το πρόσφατο υμνολογικό ατόπημα.


Ως γνωστό από την εποχή του Στάλιν απαγορεύτηκε η λειτουργία της εν λόγω ουνιτικής ‘’εκκλησίας’’.   Όπως αναφέρει ο Marco Tosatti ‘’παραπονεμένα’’ η ‘’ελληνο-καθολική εκκλησία’’, αποκαλείται υποτιμητικά ‘’ουνιτική’’. 
Προς τι η διαμαρτυρία από τον Marco Tosatti, για την ονομασία ουνιτική;    Να υπενθυμίσομε ότι ουνία είναι πολωνικο-λατινική λέξη και θα πεί ένωση. Θεωρούν αδικαιόλογητη τη χρήση του «υποτιμητικού όρου Ουνίτες» (termine negative Uniati); Πρώτοι αυτοί αυτοαποκλήθηκαν Ουνιτική Ορθόδοξη εκκλησία, στη σύνοδο της Βρέστης. 
Παρενθετικά να αναφέρομε ότι οι  ουνιτικές εκκλησίες, στο Das Typisch Κatholisch Lexicon, (το οποίο θα μπορούσαμε να καλέσουμε ως  μια Τυπική Καθολική Εγυκλοπαίδεια) σε κείμενο που υπογράφει ο Eckhard Bieger, ως ‘’εκκλησίες’’ που έχουν την ορθόδοξη παράδοση (orthodoxer Tradition Kirtchen), προσθέτοντας ότι είναι ενωμένοι με τη Ρώμη (die mit Rom vereint).    Στο κείμενο του Balamand, οι Ουνίτικες εκκλησίες καλούνται «Καθολικές  Ανατολικές Εκκλησίες».  Δυστυχώς με το κείμενο αυτό, στην ουσία αναιρέθηκαν οι προηγούμενες καταδίκες της Ουνίας στη Βιέννη (1990) και στο Freising (1990).
Οι Πάπες γίνονται προστάτες της Ουνίας και όχι της ενότητας, όπως ευκαίρως-ακαίρως επαγγέλονται.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί το σχετικό Διάταγμα της Β΄ Βατικανής συνόδου, επί Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, «Orientalium Ecclesiarum», για τις «Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίε»ς, όπως πεισματωδώς καλούν οι Παπικοί τις Ουνιτικές εκκλησίες,.
Η Ουνία στην Ουκρανία δρα κυρίως στη Δυτική Ουκρανία, στην πόλη Λβιβ, τη Λεόπολη ή Λεοντόπολη κατά τις ελληνικές πηγές.  Η Ουνία παρεισέφρησε στην Ουκρανία μέσω των Ιησουιτών.  Να σημειωθεί ότι μέχρι και ουνίτη πατριάρχη ήθελε να διορίσει το Βατικανό στην Ουκρανία. 
Εκείνο που μας πικραίνει επίσης, είναι το γεγονός ότι έχουν αρπάξει πολλούς Ναούς Ορθοδόξων με βίαιο τρόπο.   Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αρπαγής του Ορθοδόξου Ναού, το έτος 1989 στο Ιβανο-Φραγκόσκ, όπου εξεδιώχθη ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Ιβανο-Φραγκόσκ Μακάριος, μαζί με τους Ορθόδοξους εκκλησιαζομένους την ώρα που τελούσε τη Θεία Λειτουργία.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ: Ρωμαιοκαθολικοί, Αγιασμός, Ουνία

Πειραιεύς 7 Φεβρουαρίου 2014


Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

1. Δέν ἐπιχαίρομε καί δέν αἰσθανόμεθα ὅτι δικαιωνόμεθα ἀπό τήν ἐξόχως πολυσήμαντο καί ἀποκαλυπτική Ἔκθεσι τοῦ ΟΗΕ καί τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς του γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ πού καταγιγνώσκει στή Ρωμαιοκαθολική Θρησκευτική κοινωνία καί τήν διοίκησή της τό «περιλάλητο» Βατικανό τήν τραγική συγκάλυψη χιλιάδων εἰδεχθῶν καί αἰσχίστων κακουργημάτων παιδεραστίας πού μεθοδικῶς διέπραξαν οἱ θρησκευτικοί της λειτουργοί ἀνά τόν κόσμο. Ἡ Ἔκθεσι αὐτή τοῦ ἀμερολήπτου ἀνθρωπίνως ΟΗΕ καταδεικνύει τήν ἀποτυχία τοῦ εὐφυοῦς(;) marketing μέ τήν ἐκλογή καί πολιτεία τοῦ φερομένου ὡς ἀντικομφορμιστή καί ἀντικανονικῶς κατέχοντος τήν θέσι τοῦ Προκαθημένου τοῦ πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς παλαιᾶς Ρώμης καί τῆς Δύσεως καθώς καί τήν φοβερά ἐμμονή τοῦ Παπισμοῦ (ὅρου πού καί ὁ ἴδιος ὁ φερόμενος ὡς Πάπας χρησιμοποιεῖ) στήν καταστρατήγηση καί οὐσιαστική καθύβριση τῶν ἁγιογραφικῶν ἐντολῶν καί τῆς ἱεροκανονικῆς ἀποφάνσεως καί πράξεως πού ἀπαγορεύουν ρητῶς τήν γενική ἀγαμία τοῦ Κλήρου.
Ἡ διαπραττομένη μετά θράσους ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική κοινότητα διαρκής βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπαγορεύει διά τοῦ ιγ΄ κανόνος τῆς Ἁγίας ς΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τήν γενική ἀγαμία τοῦ Κλήρου μάλιστα δέ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης ἔχει ὡς ἐπίχειρα καί ὡς νομοτέλεια τήν περιγραφομένη μέ φρικώδη τρόπο ἀπό τήν Ἔκθεση τοῦ ΟΗΕ τραγική πρακτική τοῦ Βατικανοῦ.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

ΟΥΝΙΑ: ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ


Ο Ουνίτης "επίσκοπος" των Αθηνών κ. Δ. Σαλάχας (πρώτος από αριστερά) έγινε επισήμως δεκτός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στο Φανάρι στα πλαίσια της επισκέψεως των "Καθολικών Επισκόπων Ν.Α. Ευρώπης".

(Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του π. Γεωργίου Μετελληνού)

Διαβάστε το βιβλίο στα αγγλικά εδώ

Μιλώντας για Ελλάδα, εννοούμε το Ελληνικό Κράτος (1830 κ.έ.), διότι ήδη κατά τη διάρκεια της δουλείας (Τουρκοκρατίας, Ενετοκρατίας) οι ανοργάνωτοι ακόμη Ουνίτες ανέπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα στον ιστορικό ελληνικό χώρο, κινούμενοι τόσο στα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όσο και στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Όπως και παραπάνω υπογραμμίσθηκε, οι απόφοιτοι τού Κολλεγίου του Αγ. Αθανασίου ανέπτυξαν έντονη ουνιτική (ενωτική) δραστηριότητα μεταξύ των ομογλώσσων και ομοεθνών τους. Οι Ιησουίτες, που ενίσχυαν την ουνιτική αυτή κίνηση, εμφανίσθηκαν από το 1583 και στη Κωνσταντινούπολη και με τα μέσα που διέθεταν (χρήμα, εκδόσεις, πολιτική κάλυψη) έγιναν ο κακός δαίμονας της Ρωμαίικης Εθναρχίας, που είχε την ευθύνη για ολόκληρο το ρωμαίικο μιλλέτι, τους Ρωμηούς - Ορθοδόξους - των Βαλκανίων και της Μικρασίας.

Οι κατά καιρούς ενέργειες των εκκλησιαστικών Ηγετών, και μάλιστα Πατριαρχών, κατά της δράσεως της Ουνίας, είναι άμεση επιβεβαίωση της φθοροποιού παρουσίας της στην καθ' ημάς Ανατολήν. Ακριβώς ή δράση του Παπισμού στην Ανατολή μέσω της Ουνίας ήταν η αφορμή συγκλήσεως της Πανορθοδόξου Συνόδου τού 1722 στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία έλαβαν μέρος οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Γ', Αντιοχείας Αθανάσιος Γ' και Ιεροσολύμων Χρύσανθος. Η Σύνοδος σε σχετική Εγκύκλιό της προς το ορθόδοξο πλήρωμα κατεδίκασε την Ουνία και επεσήμανε τους κινδύνους που περιέκλειε η δράση της στην Ανατολή.

Σε ανάλογη ενέργεια προέβη και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ' το 1838, φανερώνοντας έτσι τον συνεχιζόμενο ουνιτικό κίνδυνο. Η πατριαρχική Εγκύκλιος τους αποκαλεί προβατοσχήμους λύκους, δολίους και απατεώνας, στηλιτεύοντας τη σκοτεινή δράση τους κυρίως στη Συρία, Αίγυπτο και Παλαιστίνη. Μετά τον κριμαϊκό πόλεμο άρχισε η κρίση των Ουνιτών στη Βουλγαρία, επαρχία της Ρωμαίικης Εθναρχίας, μια κίνηση που παράλληλα με άλλους παράγοντες (πανσλαβισμός) οδήγησε στο Βουλγαρικό σχίσμα τού 1870 και τη Βουλγαρική Εξαρχία (1872). Αλλά και το 1887 το Οικουμενικό Πατριαρχείο στηλίτευσε την παράνομη δράση των Ουνιτών σε Εγκύκλιό του.

Από το 1897 αρχίζει η δράση στην Ανατολή των Γάλλων Ασσομπσιονιστών μοναχών, απεσταλμένων του Πάπα Λέοντος ΙΓ'. Ηγετικά τους στελέχη ήσαν οι γνωστοί και από την επιστήμη L.Petit και ο J. Pargoire, που εκηλίδωσαν την επιστημονική φήμη τους με τον προπαγανδιστικό τους ρόλο. Οι Ασσομπσιονιστές ανέλαβαν την υποστήριξη των Ουνιτών της Βουλγαρίας και προπαγάνδιζαν την Ουνία στην Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Με εντολή δε τού πάπα Βενεδίκτου ΙΓ' Λατίνοι Κληρικοί λειτουργούσαν με ορθόδοξα άμφια σε ναούς των παπικών σχολείων της Κωνσταντινουπόλεως για προπαγανδιστικούς, φυσικά, λόγους. Έτσι, αναγκάστηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ' να εκδώσει (24.3.1907) νέα εγκύκλιο κατά των Ουνιτών και της Παπικής προπαγάνδας.
Με την καθοδήγηση και υποστήριξη των Ασσομπσιονιστών, που κυκλοφορούσαν με ορθόδοξη περιβολή,
εμφανίσθηκαν οι πρώτοι Έλληνες Ουνίτες στα 1907, οργανωμένοι σε συγκεκριμένη κοινότητα. Μαθητής του προπαγανδιστού Υακίνθου Μαραγκού, δομινικανού μοναχού, ήταν ο κληρικός Ησαΐας Παπαδόπουλος, ο οποίος έδρασε προσηλυτιστικά στην Πόλη και αργότερα κλήθηκε στη Ρώμη, όπου χειροτονήθηκε επίσκοπος Γρατιανουπόλεως. Ήδη το 1877 είχε γίνει παπικός. Βοηθός του Ησ. Παπαδοπούλου ήταν ο Γεώργιος Χαλαβαζής, γεννημένος στη Σύρο από παπικούς γονείς. Σπούδασε στο ουνιτικό Κολλέγιο της Ρώμης και το 1907 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από παπικό επίσκοπο. Στάλθηκε όμως στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβε ουνιτική δράση, η οποία τόσο εκτιμήθηκε από τον πάπα Βενέδικτο, ώστε το 1920 τον προήγαγε σε τιτουλάριο επίσκοπο Θεοδωρουπόλεως.

Η δράση του, όπως και των άλλων συνεργών του, στράφηκε ιδιαίτερα στην ελληνική νεολαία μέσω της παιδείας. Εκατοντάδες ελληνόπουλα τρέφονταν με το δηλητήριο της παπικής Ουνίας. Ίδρυσαν, μάλιστα, και γυναικείο μοναχικό τάγμα αδελφών Ελληνίδων, με το όνομα Θεοτόκος Παμμακάριστος, που κυκλοφορούσαν με το ορθόδοξο ράσο και για να μη κινούν υποψίες και για να δρουν ευκολότερα.

Στην κυρίως Ελλάδα (Ελληνικό Κράτος) η Ιερά Σύνοδος υπό τον Μητροπολίτη (Αρχιεπίσκοπο) Αθηνών Θεόκλητο Α' εξέδωσε Εγκύκλιο το
1903, επισημαίνοντας τον κίνδυνο από την εμφάνιση πρακτόρων της Ουνίας στον ελλαδικό χώρο. Ως το 1922 δεν μπόρεσε να οργανωθεί η ουνιτική προπαγάνδα στην Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1922 όμως, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ο Γεώργιος Χαλαβαζής μετέφερε το κέντρο της δράσεως του από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα, εγκαθιστώντας το σχολείο τους στο Ηράκλειο των Αθηνών και το τάγμα των καλογραιών τους στη Νάξο. Στην Αθήνα συνέχισαν την φιλανθρωπική τους δραστηριότητα, αναπτύσσοντας μεγάλη κινητικότητα στον κοινωνικό χώρο για την προβολή τους, και μάλιστα μεταξύ των προσφύγων, σε σημείο που ο Γ. Χαλαβαζής να παρασημοφορηθεί από την Ελληνική Πολιτεία! Αυτό όχι μόνο εδραίωσε την παρουσία των Ουνιτών στην Ελλάδα, αλλά ετόνωσε και το αυτοσυναίσθημά τους, ώστε να υπογραμμίζουν, ότι το έργο τους αναπτυσσόταν με την ευμενή συγκατάθεση των Αρχών. Ανάλογα έγραφαν στις Εταιρείες τους και οι Προτεστάντες Μισσιονάριοι τον 19ο αιώνα, κινούμενοι και τότε με την προστασία των Ελληνικών Αρχών... Κυρίως κυρίες και δεσποινίδες της αριστοκρατίας (sic) προπαγάνδιζαν την εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ουνιτών. Η αποδοχή τους, δηλαδή, ελάμβανε χώρα στον εκδυτικισμένο χώρο της ελληνικής κοινωνίας.

Η Ελλαδική Εκκλησία δεν αδράνησε, ούτε άφησε το ορθόδοξο πλήρωμα απληροφόρητο. Πρώτη επίσημη αντίδρασή της έγινε με έγγραφο της Ι. Συνόδου προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως το 1924, επί αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α' (Παπαδοπούλου). Η καταγγελία της Ιεράς Συνόδου συνοδευόταν με διαμαρτυρία για την αδιαφορία του Κράτους και το αίτημα να κλεισθούν ο ουνιτικός ναός και τα άλλα ουνιτικά ιδρύματα, διότι διευκόλυναν τη λατινική προπαγάνδα στη Χώρα μας.
Ήταν δε ήδη γνωστή η ανθελληνική στάση της Ρώμης και του Πάπα στη μικρασιατική καταστροφή, όπως και προηγουμένως στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο.

Στις 7 Απριλίου 1925 εκδόθηκε Εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου κατά των Ουνιτών, που προκάλεσε έντονη την αντίδραση του Γεωργίου Χαλαβαζή. Ακολούθησε δε αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών (1926 έ.), στην οποία ο Αθηνών Χρυσόστομος, καθηγητής Πανεπιστημίου και Ιστορικός, αναλύει με δύναμη και παρρησία το ουνιτικό πρόβλημα στην Ελλάδα και τον κίνδυνο, πνευματικό και πολιτικό, του Ελληνικού Λαού. Αφήνει όμως, δυστυχώς, ανέγγιχτο το πρόβλημα της ουσίας του Παπισμού, της εκκλησιαστικότητάς του.

Το πρόβλημα των Ουνιτών εισήλθε και στην Ελληνική Βουλή (
1929), χωρίς όμως να δοθεί λύση. Οι συνεχείς διαμαρτυρίες του Ελληνικού Κλήρου οδήγησαν σε δύο δικαστικές αποφάσεις. Πρόκειται για βουλεύματα του Εφετείου Αθηνών (1930) και του Αρείου Πάγου (1931), πουεπέβαλλαν στους Ουνίτες την απαγόρευση να φορούν το εξωτερικόν ένδυμα των ορθοδόξων κληρικών της Χώρας, για να αποφεύγεται η επιδιωκόμενη από τους Ουνίτες σύγχυσή τους με τον ορθόδοξο Κλήρο. Ουδέποτε όμως οι Ουνίτες σεβάστηκαν με συνέπεια αυτή την απόφαση. Αντίθετα ο Ουνιτισμός απλώθηκε και στους Έλληνες και λοιπούς Ορθοδόξους του εξωτερικού (Ευρώπης, Αμερικής) επηρεάζοντας και από το χώρο της διασποράς την ενδοελληνική πραγματικότητα υπέρ του Παπισμού και των σχεδίων του.

Ποιος ο αληθινός κίνδυνος;

Βλέποντας κανείς τον σχετικά μικρό αριθμό των Ουνιτών στην Ελλάδα (συμποσούνται σε μερικές χιλιάδες) σχηματίζει την εντύπωση, ότι το Έθνος δεν αντιμετωπίζει μεγάλο κίνδυνο από την Ουνία. Και αυτό είναι το επιχείρημα και των ίδιων των Ελλήνων Ουνιτών και των υποστηρικτών τους. Τα γεγονότα όμως στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία) απέδειξαν, πόσο μεγάλη απειλή συνιστά και μόνη η παρουσία της Ουνίας και ως που μπορεί να φθάσει. Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται, ότι και στη Χώρα μας ο κίνδυνος από την Ουνία είναι αντιστρόφως ανάλογος του αριθμού των μελών της.
Ερευνώντας τη διαχρονική δράση της Ουνίας στην Ορθόδοξη Ανατολή, δικαιώνουμε την Πατριαρχική Σύνοδο, η οποία το 1838 αποκαλούσε τους Ουνίτες λύκους βαρείς, φθοροποιούς και ολέθριους, εν σχήματι προβάτων και κατασπαράττοντας αφειδώς και απολλύοντας ψυχικώς ταύτα υπέρ ων Χριστός απέθανε.
Πράγματι, έχουν διαπραχθεί δυστυχώς πολλά, φανερά και μυστικά, εις βάρος (και) του Ελληνισμού και γενικά της Ορθοδοξίας από το ουνιτικό στοιχείο, στην τυφλή υποταγή και συνεργασία του με τον Παπισμό. Ενώ δε, λόγω της φαινομενικής ειρήνης στις σχέσεις Παπισμού και Ορθοδοξίας στα τελευταία χρόνια, πολλοί πίστευαν, ότι τα παραπάνω ήσαν απλώς θλιβερό παρελθόν, ήλθαν τα νέα εγκλήματα της Ουνίας στην Ανατολική Ευρώπη και η ανθελληνική στάση του Βατικανού στο λεγόμενο μακεδονικό, για να αποδείξουν, ότι ΤΙΠΟΤΕ δεν έχει αλλάξει στις προθέσεις του Παπισμού έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής και τού Ελληνισμού. Η μεσαιωνική νοοτροπία του Βατικανού λειτουργεί και σήμερα, διότι ποτέ δεν έχει αλλάξει. Το Βατικανό λειτουργεί ως κοσμική δύναμη-κράτος. Ο επεκτατισμός ως αύξηση της επιρροής του συνιστά τη μόνιμη και αμετακίνητη επιδίωξή του και σ' αυτό επιμένει να χρησιμοποιεί την Ουνία, ως το πειθαρχικότερο όργανό του.

Η επικινδυνότητα της Ουνίας, και στο χώρο μας, γίνεται εμφανής σε διάφορες κατευθύνσεις:

α) Ο Ουνιτισμός γεννά πνεύμα και συνείδηση γενιτσαρισμού. Δημιουργεί σε κάθε γενιά γενιτσάρους, που είναι οι φοβερότεροι εχθροί των ομοεθνών τους, ικανοί πάντοτε για όλα. Στην μακρόσυρτη δουλεία του Γένους μας γενίτσαροι δεν ήσαν μόνο οι εξισλαμιζόμενοι, οι ταυτιζόμενοι δηλαδή με τον εξ Ανατολών κατακτητή (την Τουρκιά), αλλά και οι λατινίζοντες, οι ταυτιζόμενοι με τον επικινδυνότερο ακόμη εχθρό του Γένους, τον Πάπα (τη Φραγκιά). Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, κωδικοποίησε τη σχετική διδασκαλία των Αγίων μας (Μ. Φωτίου, Γρηγορίου Παλαμά, Μάρκου Ευγενικού κ.π.ά.), ερμηνεύοντας και τη, δικαιολογημένη από την ιστορία, στάση των ανθενωτικών, που, ανάμεσα στα δυό κακά, προτιμούσαν το μικρότερο, την οθωμανική κυριαρχία. Αισθανόμενοι ως γενίτσαροι της Φραγκιάς οι Ουνίτες, βρίσκονται σε πολύ δυσχερή θέση και είναι τραγικές υπάρξεις, ως προς αυτό, πράγματι! Διότι αισθάνονται ανέστιοι και απάτριδες, αφού ουσιαστικά δεν ανήκουν πουθενά, χρησιμοποιούμενοι ως όργανα θλιβερά στην εξυπηρέτηση και ενίσχυση αμείλικτων εχθρών τού γένους τους. Αυτό μου δήλωνε, άλλωστε, με δάκρυα πρόσφατα ένας Έλληνας Ουνίτης. Το γενιτσαρικό όμως φρόνημά τους συνιστά και την επικινδυνότητα τους για το γένος τους. Διότι ανά πάσαν στιγμή είναι πρόθυμοι ή έστω αναγκασμένοι να συμπράξουν σε κάθε επιβουλή εναντίον της Ελλάδος. Και ας ισχυρίζονται, ότι αισθάνονται ως Έλληνες. Αυτό ισχυρίζονταν και οι λατινόφρονες και οι γενίτσαροι της Τουρκίας και ξέρουμε σήμερα, αν έλεγαν την αλήθεια.


Το παπικό στοιχείο, με το οποίο συμπορεύονται αναντίρρητα οι Έλληνες Ουνίτες,
ουδέποτε υπήρξε φιλικό προς τον Ελληνισμό, ούτε υποστήριξε ποτέ τα δίκαια ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Πάντοτε συντάχθηκε με τη βούληση τού κέντρου του, του Βατικανού ή της Ρώμης, συνεργαζόμενο για την αποτυχία των ελληνικών επιδιώξεων. Στις ενετοκρατούμενες περιοχές και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα οι παπικοί έδειξαν αμετακίνητα την ίδια στάση. Όχι μόνο αντιτάχθηκαν στην Ελληνική Επανάσταση τού 1821, αλλά και την πολέμησαν, υποστηρίζοντας τα συμφέροντα των Τούρκων. Το ίδιο έκαμαν και το 1920-22 κατά το μικρασιατικό πόλεμο. Το Βατικανό, φοβούμενο ανανέωση και τόνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υποκινούσε τους Γάλλους να βοηθήσουν τους Τούρκους. Το Βατικανό δήλωνε, ότι θεωρούσε προτιμότερη πάνω στο τρούλλο της Αγίας Σοφίας την ημισέληνο παρά τον ελληνικό σταυρό και την μουσουλμανική αδιαφορία από τον ορθόδοξο φανατισμό. Με τη σιωπή τους δε, επικροτούσαν την ανθελληνική αυτή εκστρατεία, ως Έλληνες Ουνίτες.

Παπικοί και Ουνίτες είχαν (και έχουν) την συνείδηση, ότι είναι κράτος εν κράτει, και μάλιστα μετά την σύναψη διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδος με το Βατικανό (1979). Γι' αυτό τόσο στην εποχή των διομολογήσεων και της προστασίας τους από τη Γαλλία, όσο και μεταγενέστερα, δεν παύουν να είναι έτοιμοι ανά πάσαν στιγμή να λειτουργήσουν ως
πέμπτη φάλαγγα, απειλώντας άμεσα τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Γι' αυτό μόνο λύπη και οίκτο μπορεί να αισθάνεται κανείς για τους Έλληνες Παπικούς και μάλιστα τους Έλληνες Ουνίτες. Όταν θα ανοιχθούν τα Αρχεία, τα σχετιζόμενα με το Κυπριακό (1974), θα φανεί η συνέχεια στην ανθελληνική στάση τού παπικού στοιχείου, μολονότι και τα υπάρχοντα ήδη στοιχεία τη φωτίζουν με πληρότητα.

Θα ήθελα, και το λέγω ειλικρινά, να μπορούσαν οι κρίσεις μου αυτές για την ελληνική συνείδηση των Παπικών και Ουνιτών της Χώρας μας να αποδειχθούν έκτος πραγματικότητος, οφειλόμενες σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Και είμαι πρόθυμος να ανακαλέσω τα όσα, στηριζόμενος σε ιστορικά στοιχεία, σημείωσα, αν απαντήσουν ευθέως οι (Παπικοί και) Ουνίτες της Ελλάδος στα ακόλουθα ερωτήματα:

1) Έχουν την ελληνική λεβεντιά οι Έλληνες Ουνίτες να απαιτήσουν αμέσως τώρα από το Βατικανό την απορρόφησή τους από τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, σταματώντας τον τραγελαφικό ρόλο τους; Ας γίνει η αρχή από την Ελλάδα για την εξαφάνιση της Ουνίας, ώστε να ανοίξει, αληθινά, νέα εποχή στη σχέση της Ορθοδοξίας με τον Ρωμαιοκαθολικισμό.

2) Αν το Βατικανό αρνηθεί μια τέτοια πρόταση, είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία με την κανονική διαδικασία (λίβελλο, χρίσμα κ.λπ.); και

3) Λαμβανομένης υπ' όψει της έκρυθμου καταστάσεως στη Βαλκανική και την ανάμειξη του Βατικανού υπέρ των παπικών δυνάμεων (π.χ. Κροατίας), είναι πρόθυμοι, σε περίπτωση - ο μη γένοιτο - επεκτάσεως του πολέμου, να πολεμήσουν στο πλευρό της Ελλάδος εναντίον των παπικών δυνάμεων;

β) Εξ ίσου όμως μεγάλο κίνδυνο συνιστά η μόνιμη διάβρωση, που υφίσταται το ορθόδοξο πλήρωμα με την ύπαρξη της Ουνίας. Διότι προβάλλεται μόνιμα ένα συγκεκριμένο πρότυπο - μοντέλο ενώσεως, που διευκολύνει μάλιστα σημαντικά αυτή την κίνηση. Και αυτό είναι η Ουνία. Το Βατικανό έχει κάθε λόγο να υπάρχει η Ουνία και διότι μπορεί να την χρησιμοποιήσει στις πολιτικοοικονομικές επιδιώξεις του, όπως το κάνει ήδη στις Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά κυρίως, διότι υπάρχει ένα ορατό πρότυπο ενώσεως των Ορθοδόξων με τον Παπισμό, που δημιουργεί την εντύπωση ότι η ένωση γίνεται χωρίς εγκατάλειψη της Ορθοδοξίας. Αυτό διεκήρυττε ήδη ο Πάπας Παύλος ΣΤ', προβάλλοντας το πρότυπο της Ουκρανίας και ανακηρύσσοντας σε Καρδινάλιο τον ουνίτη αρχιεπίσκοπο της Σλίπυϊ. Άλλωστε, είναι ήδη εκπεφρασμένο το πως ο Παπισμός βλέπει την ένωση: Το Βατικανό δεν θέλει ένωση εν τη αληθεία της προφητικής - αποστολικής και πατερικής παραδόσεως, αλλά αμοιβαία αναγνώριση. Ενεργώντας ως Κράτος, έχει χάσει κάθε ευαισθησία στα θέματα πίστεως, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις των Θεολόγων του.

γ) Υπάρχει και μία άλλη όψη, η σημαντικότερη, που γίνεται όμως αισθητή, όπου το ορθόδοξο φρόνημα είναι υγιές και ακμαίο. Είναι ή πνευματική- σωτηριολογική. Η Ουνία υπάρχει, για να οδηγεί στην άμεση ή έμμεση αναγνώριση και αποδοχή τού Παπισμού, της σημαντικότερης αλλοτρίωσης του Χριστιανισμού όλων των αιώνων. (Ο Προτεσταντισμός είναι απόρροια του Παπισμού, όπως και όλες οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις στο χώρο της Δύσεως). Όταν ο αείμνηστος π. Ιουστίνος Πόποβιτς ταύτιζε την ιστορική πτώση του Πάπα (Παπισμού) με τις πτώσεις τού Αδάμ και του Ιούδα, ήθελε ακριβώς αυτή την αλήθεια να τονίσει: την πλήρη αποχριστιανοποίηση του Παπισμού, ως καταξιώσεως της απολυταρχίας και τού ολοκληρωτισμού. Πρέπει δε να δηλωθεί, ότι η καταξίωση του ολοκληρωτισμού από τον Παπισμό διαφέρει διαμε-τρικά από σχετικά φαινόμενα, που κατά καιρούς παρατηρούνται και σε ορθόδοξα περιβάλλοντα. Οι διαστροφές αυτές, που ενσαρκώνονται στα παπικά δόγματα, για μας τους Ορθοδόξους μένουν πάντα κατάφωρες αποκλίσεις από την σωστική αλήθεια, και απορρίπτονται, καταδικαζόμενες ως πτώση και αμαρτία. Στον Παπισμό όμως έχουν αναχθεί σε δόγματα πίστεως, αναγκαία για τη σωτηρία. (Μπορεί να υπάρξει Λατινική Εκκλησία χωρίς Πάπα;) Αυτό σε τελευταία ανάλυση σημαίνει, ότι η σάρκωση του Θεού-Λόγου έγινε για να θεμελιωθεί στον κόσμο ο Παπισμός και να αγιασθεί ο ολοκληρωτισμός με όλες τις συνέπειές του. Υπάρχει μεγαλύτερη βλασφημία από αυτή; Η αναγνώριση τού Παπισμού συνιστά εγκατάλειψη της εν Χριστώ αληθείας, άρνηση της εν Αγίω Πνεύματι ζωής (πνευματικότητος) και μεταβολή τού Χριστιανισμού σε κοσμική Ιδεολογία, που πνίγεται μέσα στο ενδοκοσμικό και την δίψα της εξουσίας. Ο Χριστιανισμός όμως, όπως σώζεται στα πρόσωπα των Αγίων μας, είναι η θεραπεία του ανθρώπου μέσα από την κάθαρση της καρδίας από τα πάθη και του νου από τους λογισμούς, για να μπορεί να δεχθεί ο άνθρωπος την επίσκεψη (φωτισμό) του Αγίου Πνεύματος και να φθάσει στη θέωση, τον δοξασμό όλης της υπάρξεως μέσα στην άκτιστη αγιοτριαδική Χάρη (Βασιλεία). Όπου χαθεί αυτή η προοπτική και αλλοιωθεί αυτός ο στόχος, δεν υπάρχει Χριστιανισμός -Ορθοδοξία! Διότι η πορεία του άνθρωπου προς τη θέωση συμμεταβάλλει και το περιβάλλον του ανθρώπου και δημιουργεί τη δυνατότητα πραγματώσεως της ανιδιοτελούς αγάπης, που είναι το θεμέλιο της αυθεντικής χριστιανικής κοινωνίας. Και η Ιστορία μας διδάσκει, ότι η χαλάρωση ή και απώλεια αυτής της παραδόσεως και σε ένα μέρος ημών των Ορθοδόξων ενισχύθηκε ή και προκλήθηκε ακόμη από την επίδραση τού αλλοτριωμένου δυτικού Χριστιανισμού στη ζωή μας κατά τους προηγουμένους αιώνες. Πάντοτε, άλλωστε, υπήρξε καταλυτική η επίδραση τού παρηκμασμένου δυτικού πολιτισμού στους ορθοδόξους λαούς.

Από τα παραπάνω, νομίζω, γίνεται κατανοητό, που μπορεί να οδηγήσει η αποδοχή της Ουνίας, ως μεθόδου ενώσεως με τον Παπισμό. Χάνεται κάθε αυτοτέλεια και ελευθερία για τους Ορθοδόξους και, συνεπώς, και η δυνατότητα να βοηθηθεί, μέσω τού διαλόγου, ο Δυτικός Χριστιανισμός να επανανακαλύψει τις λησμονημένες ορθόδοξες προϋποθέσεις του, το χαμένο ορθόδοξο παρελθόν του. Αυτός και μόνο μπορεί να είναι από ορθοδόξου πλευράς ο σκοπός τού Θεολογικού Διαλόγου και ποτέ η αμοιβαία αναγνώριση. Άλλωστε, ποια αναγνώριση χρειάζεται η Ορθοδοξία από τον αντιχριστιανικό Παπισμό; Είναι σαν να ζητούσε ο Χριστός αναγνώριση από τον Βελίαρ (Β' Κορ. 6, 15)...

Η Ουνία, αντίθετα, συντελεί στη διατήρηση της παπικής αλλοτριώσεως και στην προβολή τού Παπισμού, ως της αυθεντικής Εκκλησίας, με την οποία οφείλουμε όλοι να ενωθούμε για τη σωτηρία μας. Αποβαίνει, έτσι, διπλά βλαπτική: πρώτα για τη μη λατινική Χριστιανοσύνη, διότι την οδηγεί σε πνευματικό αδιέξοδο, και δεύτερο για την ίδια τη Λατινική Χριστιανοσύνη, διότι την εμποδίζει να συνειδητοποιήσει την πτώση της και να αναζητήσει, ως ο άσωτος, την επιστροφή στην αλήθεια

Διαβάστε επίσης την σχετική παλαιότερη ανάρτησή μας

Τό Φανάρι καί η αναγνώριση της Ουνίας

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Ο επίσημος διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και το ζήτημα της Ουνίας


Η έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών

Από τις αρχές ακόμη της δεκαετίας του 1960 είχαν ξεκινήσει οι διεργασίες για την προετοιμασία και την έναρξη αυτού του διαλόγου. Στην φάση εκείνη επελέγη ως προσφορότερος ο «διάλογος της αγάπης» για να προλειάνει το έδαφος στην επίσημη προσέγγιση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Η μέθοδος, άλλωστε, της «ψυχολογικής προετοιμασίας», που προαναφέραμε, δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ.

Το 1961 ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συγκαλεί στην Ρόδο την Πρώτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη και θέτει μεταξύ των θεμάτων της και την έναρξη του επίσημου θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Η Διάσκεψη προτείνει την «καλλιέργειαν σχέσεων εν τω πνεύματι της κατά Χριστόν αγάπης, λαμβανομένων ιδία υπ’ όψιν των υπό της πατριαρχικής εγκυκλίου του 1920 προβλεπομένων σημείων» (Ευαγ. Βαρελά, Διορθόδοξοι και Οικουμενικαί Σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Κ αἰ­ώ­να, σελ. 205). Αυτό όμως που τονίζεται είναι ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπονται οι βασικές διαφορές στην πίστη και την διοίκηση. Επίσης, με κατηγορηματικό τρόπο δηλωνόταν η ανάγκη τερματισμού της θλιβερής τακτικής του προσηλυτισμού και της Ουνίας.

Η επιμονή του Βατικανού στην Ουνία ήταν και ο λόγος που η Α Πα­νορ­θό­δο­ξη Διάσκεψη αποφάσισε να μην αποστείλει παρατηρητές στην Β Βα­τι­κα­νή Σύνοδο που θα ξεκινούσε λίγα χρόνια αργότερα τις εργασίες της.


Η ανατροπή των πανορθοδόξων αποφάσεων

Οι πανορθόδοξες αυτές αποφάσεις έμελλε, πολύ σύντομα, να ανατραπούν με πρωτοβουλία του Φαναρίου και του Βατικανού. Χωρίς την παραμικρή αλλαγή της στάσεως του Βατικανού στο ζήτημα της Ουνίας, που ήταν και η αιτία για την απόφαση να μην αποσταλούν ορθόδοξοι παρατηρητές στην Β Βα­τι­κα­νή Σύνοδο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιδιώκει παρά ταύτα την αποστολή παρατηρητών στο Βατικανό και την επίσημη έναρξη του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Συγκαλεί για τον σκοπό αυτό εσπευσμένα (στις αρχές Σεπτεμβρίου 1963) την δεύτερη Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου και μάλιστα σε διάστημα λίγων μόνο ημερών, χωρίς την ελάχιστη προετοιμασία, χωρίς την προηγούμενη επιλογή της θεματολογίας και παραβιάζοντας κάθε σχετική κανονική διαδικασία.

Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την κατηγορηματική και μετά σθένους άρνηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πρόσκληση του Βατικανού για αποστολή Ορθοδόξων παρατηρητών στην Α Βα­τι­κα­νή Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το 1870.


Η αντίθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος

Στην σπουδή αυτή του Πατριάρχη Αθηναγόρα και την προσπάθειά του για την επιβολή τετελεσμένων στην Πανορθόδοξη Διάσκεψη αντιτάχθηκε σθεναρά η Εκκλησία της Ελλάδος και ο Αρχιεπίσκοπός της Χρυσόστομος Β (Χατζησταύρου).

Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Ως αρχιδιάκονος του τότε Μητροπολίτου Δράμας (του ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης) έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα. Διετέλεσε Μητροπολίτης Τράλλεων, Φιλαδελφείας και Εφέσου. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή και εξελέγη Μητρολίτης Καβάλας και κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Στην μακρόβια ζωή του ο Αρχιεπίσκοπος «γνώρισε από κοντά τη σύμπραξη του Βατικανού με τους Κομιτατζήδες στον Μακεδονικό Αγώνα, τη βοήθεια που προσέφερε το Βατικανό στον Κεμάλ Ατατούρκ και τη δράση της Ουνίας» (εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 12-9-1999). Έχοντας, λοιπόν, ιδία αντίληψη για τις τακτικές του Βατικανού δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί και να συνθηκολογήσει με τις νέες μεθοδείες του και την «επίθεση στα νώτα».




Παρά τις όποιες τακτικές προκάλυψης το Βτικανό δεν έπαψε ποτέ να φανερώνει το αληθινό του πρόσωπο (που μόνον η εθελούσια τύφλωση των ορθοδόξων οικουμενιστών αδυνατεί να δει και να αναγνωρίσει).

δείτε το video

Κλασικό, όσο και τραγικό, παράδειγμα η συνεργασία με τους Nazi στόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και η σφαγή τῶν Ορθοδόξων Σέρβων από τούς Πάβελιτς και Στέπινατς. Τον Καρδινάλιο Στέπινατς μάλιστα έσπευσε και να τον "αγιοποιήσει" το Βατικανό ανακηρύσσοντάς τον "μακάριο" αναγνωρίζοντας, έτσι, τήν όλη προσφορά του!!!


Στον αιφνιδιασμό του Πατριάρχη απαντά με σθένος και αποφασιστικότητα. Στην έκτακτη σύγκλησή της η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «.­..ησχολήθη με το καταθλίψαν τους Ποιμένας αυτής θέμα... κα­τε­δί­κα­σεν ομοφώνως τον έξω πάσης Κανονικής δεοντολογίας τρόπον, δι’ ου επιδιώκεται η συγκρότησις του περί ου πρόκειται Διορθοδόξου Συνεδρίου, κωλυομένη εκ των Ι. Κανόνων να αναγνωρίση μονοκρατορίαν, εις οιονδήποτε των Πρωτοκαθέδρων Επισκόπων της Εκκλησίας» (Χρυσοστόμου Β , Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Τα Πεπραγμένα από 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, σελ. 18-19).

Η Ιερά Σύνοδος λαμβάνοντας υπόψη την πάγια τακτική του Βατικανού κατά της Ορθοδοξίας «διαχωρίσασα καθηκόντως τας Εαυτής ιστορικάς ευθύνας» καταλήγει στην απόφαση να μην λάβει μέρος στην Β Πα­νορ­θό­δο­ξη διάσκεψη της Ρόδου. Το σκεπτικό της αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου ήταν το εξής:

«Εκτιμώσα πρεπόντως (η Ιερά Σύνοδος), αφιλαδέλφους, αντευαγγελικάς και κατακρίτους ενεργείας και μηχανορραφίας, απαραλλάκτως πάντοτε γινομένας εκ μέρους του Παπισμού εις βάρος της μιας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μη αποβαλόντος του Παπισμού τον παλαιόν άνθρωπον, ουδέ τας ανεντίμους μεθόδους του μέσω της οικτράς Ουνίας επιδιωκομένου δολίου προσηλυτισμού, απέληξεν εις την αμετάτρεπτον απόφασιν, όπως μη μετάσχη της υπό της Υμετέρας Παναγιότητος και μόνον αποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ης αι επιπτώσεις θέλουν ασφαλώς κατεργασθή την καταρράκωσιν της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών. Εις την απόφασίν της ταύτην η Ιερά Σύνοδος σύμμαχον έχει και άπασαν την Γερασμίαν χορείαν των Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, σπεύσασαν τηλεγραφικώς να καταδικάση το περί ου πρόκειται ακαίρως και εν σπουδή αποφασισθέν τούτο Συνέδριον» (ο.π., σελ. 19-20).

Την ίδια σθεναρή στάση κράτησε ο Αρχιεπίσκοπος και η Εκκλησία της Ελλάδος και στην περίπτωση της συναντήσεως Πάπα-Πατριάρχη στα Ιεροσόλυμα και της άρσεως των αναθεμάτων μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού, γεγονότα που γνώρισαν την κατακραυγή του ορθοδόξου πληρώματος στην Ελλάδα.

Η ρήξη, λοιπόν, μεταξύ Φαναρίου και Αθήνας ήταν αναπόφευκτη, γεγονός που έφερε σε δύσκολη θέση τον Αρχιεπίσκοπο στην σχέση του με την ελληνική Κυβένηση. Είναι η περίοδος που «οι κυβερνήσεις της Ευρώπης δέχονται συνεχείς πιέσεις από παράγοντες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ να στηρίξουν την προσπάθεια για την Ένωση των Εκκλησιών, αφού θεωρούν ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». (Μαρίας Αντωνιάδου, Από τον αφορισμό του 1054 στην επίσκεψη του 1999, εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/9/1999).

Στις 23 Ιουνίου του 1966 σε συνάντηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου με τον τότε Αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως κ. Γ. Αθανασιάδη-Νόβα και τον Υπουργό Παιδείας κ. Στ. Αλαμνή, ο Υπουργός δηλώνει στον Αρχιεπίσκοπο ότι «η κυβέρνησις βαρέως φέρει την αντίθεσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην και το Πατριαρχείον, διότι η αντίθεσις αυτή ενθαρρύνει τας Σλαυικάς Εκκλησίας εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν πρέπει να δίδεται η αφορμή αύτη από την Εκκλησία της Ελλάδος».

Και ο Αρχιεπίσκοπος απαντά με παρρησία και αποφασιστικότητα: «Όχι. Δεν είμεθα διατεθειμένοι να εγκαταλείψωμεν την Ορθοδοξίαν μας, η οποία είναι απ' αιώνων συνυφασμένη με την Ιστορίαν του Έθνους. Είμεθα πρόθυμοι να υποστώμεν και θυσίαν χάριν της ορθοδόξου πίστεώς μας. Εις το Βιετνάμ θυσιάζονται εις την πυράν Βουδισταί μοναχοί χάριν της πίστεώς των..­.». (Γ. Καραγιάννη: «Εκκλησία και Κράτος», εκδ. Το Ποντίκι, σελ. 154).

Η «λύση» στο ζήτημα δόθηκε μόλις ένα χρόνο μετά από το δικτατορικό καθεστώς που εκδίωξε τον Χρυσόστομο Χατζησταύρου από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο για να αναβιβάσει τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, πρωθιερέα έως τότε των Ανακτόρων.

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε παρενθετικά ότι η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν, σε γενικές γραμμές, πάντοτε φειδωλή στις οικουμενικές της επαφές με τους ετεροδόξους. Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας στους επισήμους διαλόγους τηρούσαν, κατά κανόνα, την ορθοδοξότερη στάση και ήταν αυτοί που επέφεραν τα μεγαλύτερα προσκόμματα και εξέφραζαν τις μεγαλύτερες αντιρρήσεις σε συμφωνίες απαράδεκτες από ορθοδόξου θεολογικής απόψεως. «Επανειλημμένως οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος στις συναντήσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς επεδείκνυαν σκληρή στάση... Πολ­λές φορές ο πρώην συμπρόεδρος του διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός συγκρούστηκε με τους ιεράρχες και τους θεολόγους που εκπροσωπούσαν την Εκκλησία της Ελλάδος» (Μαρίας Αντωνιάδου, Η υπέρβαση του κ. Χριστοδούλου, εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 10/12/2006).

Κλασική περίπτωση αυτής της στάσεως ήταν η Σύνοδος της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου στο Balamand του Λιβάνου το 1993, όπου η Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με πολλές άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αρνήθηκε να συμμετάσχει, διαμαρτυρόμενη για την κλιμάκωση της Ουνίας στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Άσκησε μάλιστα δριμεία κριτική στο κείμενο του Balamand, το οποίο δεν συνυπέγραψε και η ευθύνη του οποίου βαρύνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η γραμμή αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος ανατράπηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που με τα οικουμενιστικά του ανοίγματα (με κορυφαία την επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα και του Αρχιεπισκόπου στο Βατικανό) ανέτρεψε την εκκλησιαστική μας παράδοση προσχωρώντας στην τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η νέα αυτή γραμμή φαίνεται να ακολουθείται και από τον νέο Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, έτσι όπως διατυπώνεται στην πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα του Βατικανού Avennire (14 Απριλίου), όπου θεωρεί το Κείμενο της Ραβέννας «ένα θετικό βήμα το οποίο περιμένει και την συνέχειά του» συμπληρώνοντας ταυτόχρονα πως ο δρόμος για την ενότητα είναι «ένας δρόμος χωρίς επιστροφή».

Η αποδοχή ως «θετικού» του Κειμένου της Ραβέννας πιστοποιείται και από την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για την συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Σύνοδο της Μικτής Επιτροπής τον προσεχή Οκτώβριο στην Κύπρο, ορίζονας ως εκπρόσωπό της τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο. Μία απόφαση η οποία ελήφθη ενώ ακόμη εκκρεμεί η έγκριση η μη του Κειμένου της Ραβέννας από την Ιερά Σύνοδο.

Ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών

Ο διάλογος «επί ίσοις όροις» που αποφασίστηκε, χωρίς την συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην Δεύτερη Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου, λαμβάνει την επίσημη μορφή του το 1980, όταν συνέρχεται για πρώτη φορά η Διεθνής Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου στην Πάτμο και την Ρόδο.

Η Δεύτερη Σύνοδος της ολομελείας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής συνήλθε στο Μόναχο το 1982 και εξέδωσε το κείμενο με θέμα «Το Μυστήριον της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος». Η Τρίτη Σύνοδος της Επιτροπής συνήλθε στο Κολυμπάρι των Χανίων το 1984 με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας»· η Τέταρτη στο Bari της Ιταλίας το 1987 με θέμα «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας»· η Πέμπτη στο Νέο Βάλαμο της Φιλανδίας το 1988 με θέμα «Το μυστήριον της ιερωσύνης εν τη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας και ιδία η σπουδαιότης της αποστολικής διαδοχής δια τον αγιασμόν και την ενότητα του λαού του Θεού».

Την περίοδο εκείνη το Βατικανό κλιμακώνει, μέσω της Ουνίας τις επεκτατικές του επεμβάσεις εις βάρος των καθημαγμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολικής Ευρώπης και προκαλεί την δίκαιη αγανάκτηση της ορθοδόξου πλευράς. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας αρνούνται την παρουσία αντιπροσώπων τους στην Έκτη Συνέλευση της ολομελείας της Μικτής Επιτροπής που συνέρχεται στο Freising της Γερμανίας το 1990. Η Εκκλησία της Ελλάδος ζητά την αναστολή του Διαλόγου και τελικά μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις αποφασίζεται να μην συζητηθεί το προγραμματισμένο θέμα «Εκκλησιολογικαί και Κανονικαί Συνέπειαι της Μυστηριακής Φύσεως της Εκκλησίας – Συνοδικότης και Αυθεντία», αλλά το πρόβλημα της Ουνίας. (βλ. σχ. Γρηγόρης Μ. Λιάντας, Διορθόδοξος Διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμβολή των δύο Εκκλησιών στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Εκκλησία των Παλαιοκαθολικών, εκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη 2009, σελ. 202).


screenshot.7.jpgscreenshot.5.jpg


screenshot.6.jpg

Ο Ουνίτης «επίσκοπος» κ. Δημ Σαλάχας και ουνίτες «ιερείς», κατά την εορτή των Θεοφανείων στην Αθήνα (6-01-09). Αποκαλυπτική εικόνα της παραπλανήσεως των Ορθοδόξων πιστών.


Το Κείμενο που εκδόθηκε στο Freising ήταν μία καταδίκη της Ουνίας, που πολύ σύντομα, όμως, ανατράπηκε ριζικά στην επόμενη Έβδομη Συνέλευση της Επιτροπής στο Balamand του Λιβάνου το 1993. Εκεί αναγνωρίστηκε και επισήμως η Ουνία με ευθύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν μετείχαν στην Συνέλευση και άσκησαν δριμεία κριτική στο Κείμενο. Μεταξύ των αντιδρώντων στο Κείμενο του Balamand ήταν και η Εκκλησία της Ελλάδος, η Ιερά Σύνοδος της οποίας με επιστολή της προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο το χαρακτήριζε «απαράδεκτο από ορθόδοξη άποψη» (εφ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, 393/16-1-1994).

Στην Βαλτιμόρη των Η.Π.Α., όπου το 2000 συνέρχεται η Όγδοη Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής αναδεικνύεται με ανάγλυφο τρόπο το αδιέξοδο του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, που καταλήγει σε ναυάγιο και οδηγεί σε παραίτηση τον επί εικοσαετία Συμπρόεδρο (από ορθοδόξου πλευράς) της Επιτροπής Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας κ. Στυλιανό. Ο κ. Στυλιανός εξηγώντας τους λόγους της παραιτήσεώς του δηλώνει αργότερα ότι «μετά την 20ετη επίπονη Προεδρία μου εις τον ‘Επίσημο Θεολογικό Διάλογο’ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, παραιτήθηκα οικειοθελώς, δια να μη έχω πλέον ουδεμίαν σχέση με ένα τέτοιο ‘ανούσιο παίγνιο’» (εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», Ιούλιος 2005).

Νέος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος ορίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας.

Ο Διάλογος επαναλαμβάνεται και πάλι το 2006 στο Βελιγράδι στην Ένατη Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής με θέμα «Η θεολογία της κοινωνίας (πρωτείο του Ρώμης και το συναφές ζήτημα των ανατολικών καθολικών εκκλησιών)». Ἡ Ουνία συνεχίζει να υφίσταται, αλλά αυτό δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα, αφού ξαφνικά θεωρήθηκε πως «δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος διαλόγου».

Αυτός είναι και ο λόγος που στην τελευταία Δέκατη Σύνοδο της Επιτροπής το 2007 στην Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα «Εκκλησιολογία και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας, Εκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότης και Εξουσία» η συζήτηση του ζητήματος της Ουνίας (κείμενο Balamand) μετατίθεται στο «εγγύς μέλλον», χωρίς αυτό να προσδιορίζεται.


Η μέθοδος του διαλόγου

Σύμφωνα με απόφαση των δύο μερών ο διάλογος ξεκινά από τα «ενούντα», ενώ η συζήτηση για τις δογματικές διαφορές τοποθετήθηκε στο απώτερο μέλλον. Σκοπός της επιλογής ήταν να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών, το οποίο είχε αρχίσει να καλλιεργείται με τον διάλογο της αγάπης και το οποίο κινδύνευε να ανατραπεί αν ετίθετο το ζήτημα των δογματικών διαφορών.

Ο ψυχολογικός παράγοντας υπερισχύει για μία ακόμη φορά έναντι της πραγματικότητος και της αληθείας με τραγικές και ανυπέρβλητες συνέπειες για την δεύτερη. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, οδεύοντας προς την συμπλήρωση μίας τριακονταετίας επισήμου θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς και ενώ έχουν εκπονηθεί 10 σχετικά κείμενα από την Μικτή Επιτροπή, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι δύο πλευρές είναι ότι δογματικές διαφορές δεν υπάρχουν, παρά μόνο άλλες παραδόσεις, που μπορούν να συνυπάρξουν και να εμπλουτισθούν αμοιβαία.

Χρειάστηκε δηλαδή μισός αιώνας περίπου «ψυχολογικής προετοιμασίας» για να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι επισήμως τις αποφάσεις της Β Βα­τι­κα­νῆς Συνόδου για κοινή αποστολική πίστη και παράδοση, κοινά μυστήρια, κοινή ιερωσύνη, αλλά και για ταυτόχρονη αποδοχή άνευ όρων της Ουνίας και της πολεμικής του Βατικανού εις βάρος των Ορθοδόξων.

Πρώτη χειροπιαστή επιβεβαίωση η συμφωνία του Balamand. Το κείμενο της Μικτής Επιτροπής που συνήλθε εκεί το 1993 στην 7η συνεδρία της ολομελείας της αποφαίνεται:

«Πράγματι, προ παντός από των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και της Β Βα­τι­κα­νῆς Συνόδου και εξής, η εκ νέου ανακάλυψις και η επαναξιοποίησις, τόσον εκ μέρους των Ορθοδόξων όσον και υπό των Καθολικών, της Εκ­κλη­σί­ας ως κοινωνίας μετέβαλε ριζικώς τας προοπτικάς, επομένως δε και την στάσιν των. Και από τις δυό πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων- δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μιας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά, είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται». (Ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Οικουμένη-Διάλογος και προβληματισμοί, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, τ. 3, σελ. 86-93).

Στην δέκατη ολομέλεια της Επιτροπής στην Ραβέννα το 2007 φθάσαμε στο σημείο να θεωρείται πως το μόνο εκκρεμές ζήτημα με τους Ρωμαιοκαθολικούς είναι το πρωτείο του Πάπα και αυτό μόνον να συζητούμε.

Οι γνωρίζοντες, βεβαίως, καλύτερα τα πράγματα ήταν σε θέση να τα προβλέπουν όλα αυτά εδώ και τριάντα χρόνια περίπου.

«Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει εις τους σοβαρώς αμφοτέρωθεν και έξωθεν παρακολουθούντας τον Διάλογον τούτον, ότι αι κυριώτεραι δυσκολίαι τελικώς θα συνοψισθούν εις τα έχοντα σχέσιν προς το πρωτείον και το αλάθητον του Πάπα, κατά δεύτερον δε λόγον εις την δια του Filioque εισαχθείσαν και επικρατήσασαν διαφοράν, η οποία, ευτυχώς... φαί­νε­ται ότι λίαν προσεχώς, συν Θεώ, θα εκλείψη εξ ολοκλήρου». (Ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Οικουμένη-Διάλογος και προβληματισμοί, εκδ. παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, τ. 3, σελ. 36). Αυτή ήταν η εκτίμηση του Μητροπολίτου Φιλαδελφείας (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου) κ. Βαρθολομαίου σε ομιλία του στα πλαίσια του 32ου Οικουμενικού Συμποσίου του ιδρύματος «Pro Oriente» στην Βιέννη στις 11 Ιανουαρίου 1983.

Στην ίδια ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπερασπιζόμενος την επιλογή να ξεκινήσει ο διάλογος από τα «ενούντα» τις δύο πλευρές, δίνει μία ενδιαφέρουσα, όσο και αποκαλυπτική, ερμηνεία και για το ζήτημα της Ουνίας:

«Εάν ο Διάλογος ήρχιζεν από τας μείζονας μεταξύ των δύο Εκκλησιών διαφοράς, η πρόοδός του θα καθίστατο προβληματική, διότι θα είχομεν ευθύς εξ αρχής δυσκολίας, των οποίων αι ψυχολογικής φύσεως δεν θα ήσαν ασφαλώς αι τελευταίαι. Αλλά και πάλιν, δηλαδή και τώρα που ήρχισεν ο Διάλογος από τα ενούντα, αι ψυχολογικαί δυσχέρειαι δεν απέλιπον. Θα αναφέρω εν μόνον παράδειγμα: το θέμα της Ουνίας, επί του οποίου οι ορθόδοξοι γενικώς έχουν αλλεργίαν και αντιδρούν, διότι τούτο συνάπτεται με δυσάρεστα ιστορικά γεγονότα. Αλλά την ψυχολογικήν τοποθέτησιν των Ορθοδόξων έναντι της Ουνίας φαίνεται ότι δεν κατενόησεν εισέτι επαρκώς η Ρώμη και την υποτιμά» (ο.π., σελ. 38).

Στην συνέχεια της ομιλίας του εκείνης ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αφού αναφέρθηκε σε περιπτώσεις διεισδύσεως της Ουνίας στις Ορθόδοξες Εκκλησίες, αναφέρει: «Πάσαι αι περιπτώσεις αύται και ει τις άλλη παρομοία δημιουργούν πικρίαν παρά τοις ορθοδόξοις, οπλίζουν τους εκ των προτέρων αντιτιθεμένους εις τον διάλογον των δύο Εκκλησιών με επιχειρήματα και, εν πάση περιπτώσει επιβαρύνουν το ψυχολογικόν κλίμα» (ο.π., σελ. 39).

Αυτό που φαίνεται να απαιτείται είναι μία ανάλογη «ψυχολογική προετοιμασία» για να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι την ύπαρξη της Ουνίας, καθώς «το πρόβλημα αυτό οδήγησε στην αναστολή του επίσημου θεολογικού διαλόγου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ευτυχώς διασώσαμε μία διαδικασία, κατά την οποία είχαμε τη δυνατότητα να εντρυφήσουμε στα θέματα αυτά, και παράλληλα να παραμείνουμε πιστοί στη δέσμευσή μας για διάλογο». (Βήμα επαναπροσέγγισης των δύο Εκκλησιών, Συνέντευξη του Οικουμενικού Πατριάρχου στον Νίκο Παπαχρήστου, Καθημερινή 26-11-2006).

Η «διαδικασία» αυτή εκφράσθηκε αρκετές φορές με παλινδρομήσεις και αντικρουόμενες δηλώσεις στο συγκεκριμένο ζήτημα. Έτσι, με την αναφορά του στην Ουνία, στον χαιρετισμό του προς τον Καρδινάλιο Κάσπερ στην θρονική εορτή του Φαναρίου τον Νοέμβριο του 1991 θεωρήθηκε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης «εμμέσως πλην σαφώς απείλησε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με άμεση διακοπή του διαλόγου» (εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12 Σεπτεμβρίου 1999).

Ανέφερε συγκεκριμένα ο Πατριάρχης:

«Το επί δεκαετίαν επιτελεσθέν όντως ιστορικόν δια τα καθ' όλα διαχριστιανικά πράγματα έργον του θεολογικού ημών διαλόγου κινδυνεύει ατυχώς όχι μόνον να ανασταλή επ' αόριστον και με αγνώστους προοπτικάς αλλά ίσως και να ματαιωθή εξ ολοκλήρου, ως μη ώφειλε, λόγω της δημιουργηθείσης υπό των ουνιτών εις την Ανατολικήν και Κεντρώαν Ευρώπην απαραδέκτου καταστάσεως, εις τας σχέσεις αυτών προς τας τοπικάς ορθοδόξους Εκκλησίας, αίτινες αποτελούν το αρχαιοπαράδοτον κυρίαρχον χριστιανικόν δόγμα, ενώ θα έπρεπε να επιδειχθή μεγαλύτερος σεβασμός και αδελφική εμπιστοσύνη» (ό.π.).

Και ενώ θα ανέμενε κανείς την παπική συμμόρφωση μπροστά σ’ αυτή την «απειλή» για διακοπή του διαλόγου, δύο μόλις χρόνια μετά, στο Balamand υπεγράφη μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (με ακεραία την ευθύνη εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς πολλές εκ των Ορθοδόξων Εκκλησιών απείχαν και κατεδίκασαν την συμφωνία) η γνωστή Συμφωνία που προβλέπει ότι:

«Όσον αφορά εις τας ανατολικάς καθολικάς Εκ­κλη­σί­ας (σημ. ουνιτικάς), είναι σαφές ότι αύται, ως τμήμα της καθολικής Κοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν και να δρουν δια να ανταποκριθούν εις τας πνευματικάς ανάγκας των πιστών των».


Σ΄ αυτή τη σκηνή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά η προοπτική της πολυπόθητης «ενώσεως» μας με τους παπικούς, της ουνιτικού τύπου δηλαδή προχωρήσεως της Ορθοδοξίας στο σκήπτρο του Πάπα.

Επάνω Ο ουνίτης «αρχιεπίσκοπος» Jan Babjak (της ουνιτικής επισκοπής Presovsky της Σλοβακίας) προσκυνά γονατιστός τον Πάπα από τον οποίο έχει παραλάβει το παλίον (σύμβολο αφωσιώσεως και αναγνωρίσεως του Πάπα)

Κάτω ο Οκοιμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος και η ορθόδοξη αντιπροσωπεία μαζί με τον Ουνίτη (πρώτος από δεξιά) στην παπική λειτουργία στο Βατικανό τον Ιούνιο του 2008


Συμφώνως προς το πνεύμα της Συμφωνίας του Balamand η Ουνία γίνεται πλέον αποδεκτή και εν τοις πράγμασι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η αναγνώριση αυτή εκφράζεται ποικιλοτρόπως, όπως για παράδειγμα με την αδιαμαρτύρητη αποδοχή εκ μέρους του Φαναρίου της συμμετοχής του, κορυφαίου στην ιεραρχία του Βατικανού, ουνίτη Καρδιναλίου Duat, την παρουσία του στην ορθόδοξη λατρεία και την τιμή του από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Χαρακτηριστική, επίσης, είναι και η προσφορά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ενός Αγίου Ποτηρίου, ως συμβολικού δώρου, προς τον ουνίτη επίσκοπο των Αθηνών κ. Δ. Σαλάχα τον Μάιο του 2008 (παραπομπή Ελ. Τύπος). Πρόσφατα μάλιστα ο κ. Σαλάχας έγινε δεκτός (με τα υπόλοιπα μέλη της Συνόδου Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων Ν.Α. Ευρώπης) στο Φανάρι και συνεόρτασε στον Πατριαρχικό Ναό την εορτή της Ορθοδοξίας (παραπομπή στην ιστοσελίδα), δείγμα κι αυτό ότι η «ψυχολογική αλλεργία» των Ορθοδόξων στην Ουνία, συν τω χρόνω εξασθενεί.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας για την κάλυψη του οποίου απαιτείται εκτεταμένης κλίμακας «ψυχολογική προετοιμασία» είναι αυτός της «αποκαταστάσεως της κοινωνίας» μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Εδώ καθοριστική είναι η εκατέρωθεν συμμετοχή σε συμπροσευχές, ιεροπραξίες, ακολουθίες, λειτουργίες κ.α.

Η ανταλλαγή επισκέψεων επισήμων αποστολών στις θρονικές εορτές Βατικανού και Φαναρίου, που αποφασίστηκε εδώ και χρόνια, δίνει την δυνατότητα μέσα από πράξεις κορυφαίου συμβολικού χαρακτήρα να παρέχεται η εικόνα δύο «εκκλησιών» που συνυπάρχουν και «κοινωνούν» αρμονικά. Ο συμφυρμός Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών σε λατρευτικές πράξεις, οι επίσημες προσφωνήσεις, αναγνωρίσεις και αποδόσεις τιμών, ταυτόσημες προς όλους και χωρίς καμμία διάκριση αν απευθύνονται σε ομοδόξους η ετεροδόξους, δίνουν το στίγμα αυτής της τακτικής.

Η δύναμη, άλλωστε, της εικόνας, της συνήθειας και του συγχρωτισμού είναι αδυσώπητη. Αμβλύνει συνειδήσεις, ανατρέπει παραδόσεις, σχετικοποιεί αλήθειες, αλλοιώνει πιστεύματα. Είναι η σύγχρονη πνευματική νόσος, που πλήττει τον εκκλησιαστικό θεολογικό μας χώρο και απειλεί με πανδημία το ορθόδοξο πλήρωμα.

Η ανταλλαγή λειτουργικού ασπασμού μεταξύ Πατριάρχη και Πάπα, ακόμη και στην διάρκεια της ορθοδόξου Θείας Λειτουργίας στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου (τον Νοέμβριο του 2006), σηματοδοτεί αυτό που «οφείλουμε» να συνηθίσουμε, να αναγνωρίσουμε και να αποδεχθούμε ως Ορθόδοξοι, την «ενότητα της πίστεως» με τους Ρωμαιοκαθολικούς!

Η παρουσίαση όλων των αποφάσεων, των γεγονότων και των ντοκουμέντων που παραθέσαμε, καταδεικνύουν, πιστεύουμε, την μεθόδευση και την πρακτική, που ακολουθήθηκε στην πορεία της προσεγγίσεώς μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς πρακτική και μεθόδευση, που τηρείται και σήμερα, γι’ αυτό και αποφέρει τα ίδια οδυνηρά και ολέθρια αποτελέσματα για την Ορθοδοξία μας.

Η στάση και οι επιλογές μας απέναντι στα τεκταινόμενα, που αφορούν μάλιστα την ίδια την ορθόδοξη πίστη μας και τον σωτηριολογικό της χαρακτήρα, αποτελούν προσωπική ευθύνη όλων μας.


Απόσπασμα από άρθρο στο περιοδικό ''Εν Συνειδήσει'' της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου


Διαβάστε επίσης σχετικά με την ουνία και την παλαιότερη ανάρτησή μας με θέμα: Τό Φανάρι καί η αναγνώριση της Ουνίας

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Τό Φανάρι καί η αναγνώριση της Ουνίας

Εορτή της Ορθοδοξίας στο Φανάρι με Καρδιναλίους καί Ουνίτες!!!

Στην φωτογραφία επάνω η "Σύνοδος των Καθολικών Επισκόπων" έγινε δεκτή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στήν αίθουσα του θρόνου. Ανάμεσά τους (τρίτος από αριστερά) ο Ουνίτης "επίσκοπος" των Αθηνών κ. Δημήτριος Σαλάχας. Στην κάτω φωτογραφία ο ουνίτης και οι παπικοί "επίκσοποι" στην διάρκεια του εσπερινού της Ορθοδοξίας!!!

Ο κ. Βαρθολομαίος προσέφερε στον ουνίτη "επίσκοπο" των Αθηνών ένα Άγιο Ποτήριο ως συμβολικό δώρο!!!

Το δημοσίευμα της εφημερίδας Ελεύθερος Τύπος (26-05-2008) μας πληροφορεί για την
προσφορά του Αγ. Ποτηρίου ως «συμβολικού δώρου» από τον Πατριάρχη προς τον Ουνίτη επίσκοπο, το οποίο και χρησιμοποιεί σε κάθε λειτουργία εξαπατώντας τους Ορθόδοξους πιστούς.

* -Υπογράψτε την Ομολογία Πίστεως Εδώ - Διαβάστε τα πορίσματα της Ημερίδας « ‘’Πρωτεῖο’’, Συνοδικότης καί Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» - Δείτε το χαιρετισμό του Αρχ. Αναστασίου Μετεωτίτου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails